Κάτω από την ίδια γαμημένη αίσθηση πως τελειώνει ο χρόνος, το πιάνει μια λύσσα να το αγγίξουν. Σε βλέπει και αρχίζει να δονείται. Σε θυμάται, σε στάσεις λεωφορείων, σταματημένο στα φανάρια, στην κάψα των πεζοδρομίων που αχνίζουν. Όρθιο, σε πάρτυ και γιορτές, τα ξημερώματα λίγο πριν ξαπλώσει. Και πάντα εσύ, μόνο εσύ το ανακουφίζεις. Την μικροσκοπική του ουσία ανασαλεύει μόλις το πιάσουν οι μνήμες από τις άκρες. Καμιά φορά η θάλασσα το κοιμίζει μα μετά έρχεται η άμμος να το ξυπνήσει με ουρλιαχτά. Πάντα παραπονιέται, πάντα ζητάει κι όταν του το δίνεις, ξανά το απαιτεί και δεν σταματάει ακόμα κι όταν πονάει. Δεν τελειώνει αυτή η αναρρίχηση, με δανεικά δάχτυλα όταν το αγγίζει κανείς το ξέρει, το  καταλαβαίνει και αντιστέκεται. Ματώνει, στεγνώνει και ξανά διαμαρτύρεται  κι έρχονται κάτι εποχές που το παράπονο δεν είναι πια ήσυχο μα σου τρυπάει τα βήματα με την συνεχόμενη ροή του. Αλκοόλ, χρόνια και ουσίες δεν αλλοιώνουν την γαμημένη κυτταρική δομή που λες και φτιάχτηκε να ταιριάξει μόνο με εσένα. Για να σου πει κάποτε,

 πως ναι,

 για σένα,

 μόνο για σένα. 

Advertisements