Ανιχνεύω το άγγιγμα της αράχνης στο σκοτάδι. Καιρό είχα να σε δω μου λέει. Κι έχει δίκιο. Την απέφυγα όσο μπορούσα. Μήνες με κυνηγάει, σειρές τα σημάδια της ψηλά στον τοίχο κι εγώ καμωνόμουνα πως δεν τα έβλεπα το πρωί. Μα ξεκίνησε πάλι η δυσκολία στον ύπνο, πως μακραίνουν τούτες οι νύχτες, όταν κανείς δεν ανασαίνει δίπλα σου. Κάνω ξόρκια στον χρόνο, γελάω δυνατά να τον κάνω να σκιαχτεί και τα καταφέρνω καμιά φορά. Συρτάρια οι λάμψεις του μυαλού. Και σκόνες να τις θαμπώνουν. Ανυπομονώ να αγκαλιάσω ένα κύμα. Να το αφήσω να με ξεπλύνει, να κάψει με το αλάτι του ότι περισσεύει πάνω μου. Προσπαθώ μωρέ, δεν βλέπεις; Έβαλα τους καινούριους φακούς, δεν ενοχλώ πια τις άκρες των δαχτύλων μου, ούτε και μετράω τις πλάκες των πεζοδρομίων. Ένα γύρο το φεγγάρι, άλλον ένα η ζωή. Σιγοτραγουδάω και απλώνω το χέρι, έρχεται, κάθεται στην παλάμη μου. Τα ποδαράκια της με γαργαλάνε. Απόψε πες μου την αλήθεια της ξανατραγουδάω. Με κοιτάει με χάντρινα μάτια, αλήθεια, της λέω, πόσο όμορφη θα ήσουνα αν σε κρέμαγα στο λαιμό μου;

Ναι, ξέρω πως δεν μαυρίζω ιδιαίτερα, αλλά με έχω συνηθίσει έτσι και με προτιμώ. Έλα, πάρε με, της λέω γελαστά. Μου γυρνάει το κορμί της και αρχίζει να ξανανεβαίνει στον τοίχο. Δεν κάνει τον κόπο να μου πει πως θα μείνει εκεί, να με περιμένει όταν γυρίσω από την παραμονή στο υπόγειο δίπλα στη θάλασσα. Όταν θα έχουν τα χέρια μου την μυρωδιά των μαλλιών σου, όταν θα έχουν ξεφτίσει τα νύχια μου, όταν υπολογίζω πως θα έχουν τελειώσει τα γραφτά μου. Δεν θέλω παρά να περπατήσω εκεί, να σε χειροκροτήσω όταν τελειώνεις την παράσταση και καμιά φορά, να κοιμηθώ με τα γόνατα να σου τρυπάν την πλάτη.

Θαρρώ πως ξημέρωνε όταν την άκουσα να μονολογεί τραγουδιστά.

Κάτι από τα Κρίνα.

Όταν χρησιμοποιούν τον Μπουκόφσκι. 

Advertisements