Κολλημένος στους ζυγούς. Τους αριθμούς, όχι τους άλλους. Παράξενος καιρός, δυνατός αέρας και ιδρώτας, πόσο περίεργο είναι; Γύρισα στα παγωμένα μου σεντόνια λίγο μετά την ώρα των τρελών. Και δεν έχω κουράγιο για άλλο πάγο. Άναψα τα μικρά φώτα, έψαχνα σαν τρελλή να το βρω, εκείνο το βιβλίο, το δώρο της γιορτής μου, εκείνο τον Αύγουστο του χρόνου που ξοδευόταν σε μια έρημη και λερωμένη με φύλλα πίσω αυλή. Και το βρήκα. Αγριεύτηκα απόψε. Με την τρέλλα του όφι με την λευκότητα του κρίνου. Και του τέλους, πως γίνεται μόνο με υγρά να δηλώνεται;Ασπρόμαυρες εικόνες, μαύρα δερμάτινα, άλλες δεκαετίες, πολύχρωμες πλατείες, βιτρίνες αφιερωμένες στον Warhol και σελίδες στον Williams, η παλιά μου γραφομηχανή τώρα βογκάει όποτε την αγγίζω. Σηκώνομαι. Με χέρια που ξαφνικά καίνε, χαϊδεύω ράχες βιβλίων, σειρές γραμμάτων. Ποιο, ποιο θα έχει τη λύση του Χεμινγουέι μέσα; Πιάνω να ξεμπερδεύω τα μαλλιά μου και δεν μου κάνουν τη χάρη. Νερό, νερό, λίγο νερό, δεν ακούς; Έχω παιδευτεί με τούτο το τραγούδι, έχω ετοιμάσει τις δυο στροφές του μα το ρεφραίν, το ρεφραίν, δυο λέξεις πρέπει να ‘ναι, δυο προτάσεις, μόνο δυο. Ξέρεις μιλάει για μια βενετσιάνικη μάσκα, μια μηχανή, ένα καρναβάλι και τελικά μια νέα ζωή.  

Την είδαν στην πλατεία, λίγο πριν σκοτεινιάσει να μοιράζει σελίδες βιβλίων στους περαστικούς. Ένας μαύρος σκύλος δίπλα της ακίνητος. Η μαύρη της μακριά φούστα μπερδεύτηκε στα πόδια του.

-Με συγχωρείτε, Κύριε. Ότι η λαγνεία είναι το πιο βασανιστικό αμάρτημα απ’ όλα.

Την κοίταξε παράξενα. Έστρεψε πλάτη κι έφυγε με λίγο πιο γρήγορο βήμα από το κανονικό του. Χρόνια μετά, κάθε που τα παιδιά του του ζητάγαν παραμύθι, τους έλεγε την ιστορία εκείνης, που την τραγούδησαν Αρετούσα με τα κόκκινα μαλλιά και έμεινε έγκλειστη για χρόνια σε άσπρους φρεσκοβαμμένους τοίχους. Και όταν την ελευθέρωσαν, γυρνούσε στην πλατεία και μοίραζε σελίδες βιβλίων. Ήθελε πάντοτε να γράφει ιστορίες. Και η εικόνα της, ήταν το πιο λάγνο μυθιστόρημα, που δεν έγραψε ποτέ.

 Η λαγνεία. Το πιο βασανιστικό αμάρτημα απ’ όλα.

Advertisements