Ο κόσμος εδώ μέσα είναι φτιαγμένος από μηδέν και από ένα. Έτσι σκέτα, άκλιτα. Μα και ο κόσμος εκεί έξω είναι φτιαγμένος από μηδέν και από ένα. Μόνο που εκεί είναι γκρίζα, μαύρα ή άσπρα μηδέν και ένα. Και ολόκληρος ο σκοπός είναι να έρθουν και να κολλήσουν τα μηδέν και τα ένα σαν προβολές το ένα πίσω από το άλλο. Σαν τις ζωγραφιές – ξεπατικοτούρες που φτιάχναμε μικρά με τσιγαρόχαρτα. Τώρα ξέρω πως τα τσιγαρόχαρτα είναι εξαιρετικά χρήσιμα σαν ξεμένεις στις τέσσερις το πρωί και αν δεν τελειώσεις αυτό το γραφτό θα σε πιάσει ο πονοκέφαλος ακόμα πιο πολύ. Έχω ζαλάδες, έχω αρχή του ίδιου πόνου. Μέρες μες στο σπίτι, Σάββατο βράδυ στους πρόποδες της πόλης και κανένα αμάξι έξω. Κάτι μοναχικές φιγούρες στα συνοικιακά μπαρ κι εγώ να ξεβάφομαι μπροστά στον μεγάλο, όρθιο καθρέφτη που με τρελαίνει η σκόνη του, είναι τόσο κινηματογραφική. Απλώνω το κόκκινο κραγιόν, το μαζεύω με ένα κομμάτι χαρτί και δίνω φιλιά στο παράξενο είδωλο. Είμαι παράξενη, μου είπες πως το δέρμα μου είναι ταλαιπωρημένο και τόσο όμορφο. Είσαι το μηδέν, πάντα ήσουνα κι εγώ ένας σκέτος και περήφανος άσσος τι να σου κάνω;Και τώρα που η θάλασσα ξανάπλωσε τα χέρια της πάνω μου, πες μου μάτια μου πώς να μην κολυμπήσω;Δεν περίμενα όχι, δεν περίμενα.Έχω ένα μικρό χτενάκι, σπασμένο, μαργαριταρένιο και κληρονομιά από άλλες γυναίκες που χτενιζόντουσαν κρυφά και δεν βάζαν ποτέ κραγιόν. Κι εγώ δεν έβαζα, τα τσιγάρα το γλείφαν από τα χείλη μου και το βγάζαν με έναν πόνο. Μα τώρα μ’ αρέσει, λες να ‘ναι που μεγαλώνω; Κόκκινο, πρόστυχο και κινηματογραφικό. Μα γιατί δεν κλαίει πια ο κόσμος στα σινεμά; Μ’ αφήνουν μόνη μου να ακούγομαι. Σε εκείνη την ταινία που φτιάχνω, σβήνω και ξαναγράφω το σενάριο θα την βάλω αυτή την σκηνή.Τα ένα είναι μόνα τους. Η ομάδα αίματος που δεν ταιριάζει με καμία, ούτε καν με τους ομοίους της.Κι εσύ μηδέν μου όμορφο, τραγούδα. Σαν να παλάβωσες επιτέλους την ερημιά σου.

Non, rien de rien, non je ne regrette rien.

Advertisements