Να πάρω ένα μεγάλο κομμάτι χαρτόνι. Να ζωγραφίσω ένα μαύρο κύκλο και μέσα του να βάλω πολλές, πολλές κόκκινες σταγόνες. Κόκκινες, έντονες να ζαλίζουν τα μάτια άμα τις κοιτάνε. Και μετά να πονάς που σ’ αφήνω, να πονάς που είναι νύχτα και δεν ξεσπάς σε/για εμένα. Να σε έχω φουσκώσει νωρίτερα κι όπως κάθε που γυρνάς το βλέμμα να ‘χω φύγει. Να τυλίξω το μεγάλο κομμάτι χαρτόνι έτσι που να γίνει καράβι και να μπω μέσα. Να βγω σε μιαν ακτή που δεν μυρίζει άνθρωπος και να ξαπλώσω γυμνή στην καυτή άμμο. Να μπερδευτεί η άμμος όταν υγραίνεται μες στα πόδια μου, μέσα μου. Να την τινάζω με ακροδάχτυλα ευαίσθητα από τις ώρες παραμονής του νερού. Να ανακατεύω τα μαλλιά μου με φύλλα από ξεραμένα φυτά της παραλίας. Μα πάλι εκεί θα ξεπηδήσεις μπροστά μου και πάλι θα πρέπει να ψάχνω τα σύνεργα, τα χαρτόνια, τις μπογιές μου, να φτιάξω άλλο ένα μαυροκόκκινο καράβι. Να μπω ξανά μέσα κι ίσα που να προλάβω να βγω στην άκρη του βουνού πριν το διαλύσει το νερό, να ορμήξει και να με πνίξει, έτσι που να θυμίζει εσένα, τα χέρια σου όταν με σφίγγουν στο λαιμό, κόμπος για βοήθεια οργασμού, τα μαλλιά σου μυρίζουν πιο έντονα αυτές τις ώρες το ξέρεις; Να σου ζητήσω να μου φτιάξεις ένα τραγούδι για μένα, μόνο για μένα. Αυτό να θυμηθώ να στο πω όταν σε συναντήσω λίγο πριν την κορφή του βουνού, πίσω από ένα χαμόδεντρο. Γιατί τώρα το ξέρω πως θα είσαι εκεί, πάντα εκεί, με άλλη μορφή κάθε φορά, του πατέρα, του εραστή, του πρώτου δασκάλου και του ανατριχιαστικού παπά που ερχόταν ξοπίσω να κοινωνήσει όλη τη γειτονιά κι εγώ τον έδιωχνα, όλους τους έδιωχνα, μόνο λίγες άκρες τους κρατούσα, να θυμάμαι πως μοιάζει ο τρόμος όταν γίνεται άνθρωπος. Εδώ, πίσω από το χαμόδεντρο, δεν θα περιμένω να μου απαντήσεις. Θα πηδήξω απλώς ίσια κάτω. Κι όταν συναντήσω την πλάτη του αετού, εκείνου που μου τάξανε πως θα καβαλούσα όμορφα, θα την σφίξω. Κι εκεί, μόνο εκεί, με την πλάτη του αετού ανάμεσα στα πόδια μου, θα τελειώσω.

Δεν με ερωτεύτηκες ακόμα;

Advertisements