Μετράω αντοχές με γνώμονα τις νύχτες. Κι όσο κι αν εκπλήσσομαι, με φιλάς μέσα από τον αγκώνα και χαμογελάω. Λεωφορείο χωρίς απόκομμα το ξημέρωμα. Και μια ελαφριά νύστα στα βλέφαρα. Δε θέλω να μιλήσω, καθόλου, όχι καθόλου. Αυτές τις μέρες χόρεψα πολύ. Και αλήθεια σαν μου ‘κλεισες τα μάτια, τα είδα όλα καθαρά, αλήθεια. Ξανά σου λέω, ξανά, δεν ακούς;Τώρα εσύ θα φύγεις, θα πας να τραβήξεις τις νότες σου μπροστά σε καινούριο κοινό. Σε ένα χωριό, που ήσυχα πάει κι έρχεται η θάλασσα. Κι εγώ θα μείνω εδώ να σκέφτομαι προορισμούς. Οι καρέκλες στο μικρό καφενείο στα Θολάρια με την περίεργη φωνή του Θανάση, να φυσάει στ’ αυτιά μας πως ο αγέρας πρέπει να ναι τιμωρός. Η δροσιά στον μικρό καταρράκτη ψηλά, στο Να, οι μυρωδιές και κάτι περαστικές κιθάρες.Η βόλτα δίπλα στο ποτάμι στο Κρόιτσμπεργκ, ανάμεσα σε ανθρώπους με στολισμένα κεφάλια και ξανθά παιδιά.Το περπάτημα από το σταθμό του μετρό στο μέρος που βρίσκεται γραμμένο “Κατά τον δαίμονα εαυτού”, έξω από το κέντρο του Παρισιού.Και η αγκαλιά, αυτή που συμβαίνει όταν η Νατάσσα τραγούδησε, πάρε με, πάρε με και μου έλεγες σαν δυο φωτάκια βραδινού αεροπλάνου και μισογελούσες.Ταξίδια μάτια μου, με τραγούδια και χορούς πριν το ξημέρωμα όταν μόνο οι New Order δεν είναι παράταιροι.

Δεν έχω πάει παντού.

Μα ούτε και θα ‘θελα.

 Φορώ βενετσιάνικη μάσκα μου

 Μια φωτογραφική μηχανή

 Κι αν όλα όσα γίνανε μάτια μου,

 Τεντώσαν διπλά το σκοινί;

Advertisements