Βγες από κείνη τη σειρά των μεταλλικών γραμμάτων. Φόρα ένα μαύρο, βελούδινο γάντι. Και μέτρα την απόσταση από το χέρι ως το κεφάλι σου. Το χαριτωμένο κεφάλι σου. Εκεί που κλείνουν τα σκεπάσματα, εκεί που αρχίζει ο χρόνος, εκεί που δεν γδέρνει η σημασία των γραμμάτων. Σημείωσε στο περιθώριο τούτης της σελίδας όλα αυτά που θα ‘ρθουν. Ένα κάτι να με πάει σπίτι. Ή κάπου που να το λέω σπίτι. Μια γυροβολιά τα μέσα. Κι ο νους αέρας. Καθίζει από βράχο σε βράχο. Εκείνη τη γυναίκα που μαδάει τα βάζα και στολίζει κιθάρες. Αυτή που τυλίγεται και ξετυλίγεται με το ίδιο κόκκινο σάλι. Αυτή λέω, που είναι σαν κι εσένα. Σαν κι εμένα. Με λένε Ελένη, μου είπε. Οι βράχοι της ποτέ δεν της βρίσκουν το σπίτι. Μόνο τα σπίτια, τις ζωές, τις ιστορίες, τα γεννήματα των άλλων. Καθώς τρεκλίζει το αριστερό της πόδι οι πλάκες αχνίζουν πριν το ξημέρωμα μισό-χαϊδεύει την υγρασία της πικροδάφνης μισό-τραγουδάει το πράσινο ξημέρωμα και κοιμάται σε παγωμένα σεντόνια αφού χτενίσει 100 βουρτσιές τα μαλλιά της ρημάδα αυγή, πάλι με πρόλαβες εδώ. 

Advertisements