Νότια χιονίζει και βόρεια βρέχει. Κι εδώ στο κενό των δύο κόσμων έχει μια θανατερή ησυχία. Δεν έχει μουσικές, δεν έχει φωνές. Ένα κενό, ούτε ο αέρας δεν καταδέχεται να φιλήσει ιδρωμένους κροτάφους. Πόδια σέρνονται σε έναν ρυθμό που ποτέ κανείς δεν συντόνισε.

Ενορχήστρωσες την ανία σου σήμερα;

Θα φορέσω μπλε σκούρο, θα δέσω τα μάτια μου και θα περπατήσω.Και μόλις βγω από τούτο το κενό των δύο κόσμων θα βάλω την δυνατότερή μου ψευδαίσθηση να δουλέψει.Που να πάω ψυχή μου; Προς Βορρά ή προς Νότο; Για τα νερά τους με έχει πιάσει ένας νόστος βαρύς, γλυκός.

 Σαν να είναι νύχτα και να πετάω. Χαμηλά, ίσα που να αποφεύγω τις κορφές των δέντρων, τις κεραίες στις ταράτσες. Ζεστός αέρας, άρωμα από αλκοόλ που εξατμίζεται αργά, το δέρμα στεγνώνει η πτήση, ο χρόνος απλώνει και μαζεύει ξανά. Κι εκεί πάνω από τα δέντρα, πάνω από τις ταράτσες αρχίζω ξανά. Να ακούω, να βλέπω, να νιώθω.Και ξέρω πως σαν προσγειωθώ, θα ακούσω, θα δω, θα νιώσω δυο χέρια να φτιάχνουν έναν κύκλο.

Σκούρο μπλε, μωρό μου. Και υγρό.

 Με νιώθεις;

Advertisements