Γκρίζε μου, πες μου, μπορούσες να βάλεις με το νου σου;

 Πόσο θα αυτό – ακυρωνόντουσαν όλα;

Μου χρωστάς την αφήγηση ενός μύθου.

Και την πραγμάτωση μιας υπόσχεσης.

Το ξέρω, το θυμάμαι από το επερχόμενο.

Πως άμα σε αγγίξω θα γίνεις ένας γκρίζος σωρός από ζεστή στάχτη.

Και πάλι επιμένω να σκαλίζω, να γλείφω δάχτυλα και να καταπίνω.

Σου ’χω κρατήσει κομμάτια ολόκληρα.

Καίγεται ένα μαύρο σκοτάδι, μια κόκκινη γλώσσα σε περιμένει.

Ολόκληρα δικιά σου.

Σαν τότε.

Σαν όποτε.  

Murder ballads από το βάθος

Κόκκινο φεγγάρι θάλασσες τεκίλα ανάσες κομμένες από και για το σκοτάδι λεκέδες στην κοιλιά το στόμα σου πάνω στην κόψη σφίξε τέλειωσε μάτωσε φίλα ξύπνα πιάσε περπάτα αρπάξου προχώρα ρε προχώρα προχώρα πέτα πέτα μωρό μου δεν προλαβαίνεις να μάθεις να περπατάς

Advertisements