Αχλή πάνω από τα σχεδόν διάφανα φώτα. Ένα λευκό ύφασμα ίσα που καλύπτει το στήθος. Αυτό που τις τελευταίες μέρες στολίζει μια κηλίδα. Η κηλίδα ξεφλουδίζει μα μένει εκεί. Αφηρημένα την χαϊδεύει  που και που, σημειώνει στο μυαλό της πως πρέπει να πάει στο γιατρό της, αλλά όλες οι εξετάσεις την κουράζουν στην σκέψη.Τεντώνεται στον ύπνο της, το ένα πόδι διπλωμένο πάντα, σαν να σκεπάζει κάποιους μηρούς. Έτσι που αν κάποιος τράβαγε φωτογραφία να έβλεπε μόνο τις αρχές του. Αραιά, αναστενάζει σιγανά.

“Από ποιο παραμύθι ξεπήδησες εσύ;”

“Τι να σου πω μάτια μου, δεν ξέρω, τραγούδα μου καλύτερα και μη με ρωτάς.”

Το θυμάται πάντα λίγο πριν κοιμηθεί μα μετά διαλέγει να το ξεχνάει. Και τι να θυμάται αφού μετά θα μείνει μια ανεκπλήρωτη ένωση, έντασης φοβερής.

“Θα σου πω ένα που λατρεύω. Σαν αερικό.

Κοιμάται και βλέπει εκείνο το ίδιο μπαλκόνι, με τα κομμάτια τα λερωμένα του τζαμιού. Ξανά ο δρόμος, η φρεσκοστρωμένη άσφαλτος, το λευκό ύφασμα, η αχλή των φώτων και μετά πηδάει.Κλείνει σφιχτά τα μάτια.Και ξυπνάει.Αραιώνει τον πάγο με βότκα, κρύβει τις βαλεριάνες, στρίβει ένα μισό και προσπαθεί.Όλο το θέμα εκεί δεν είναι;

Advertisements