Ορκίστηκα στα μάτια σου που τα ‘χα σαν βαγγέλιο
τη μαχαιριά που μου ‘δωκες να σου την κάμω γέλιο
Καίγομαι καίγομαι ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι πέτα με σε θάλασσα βαθιά


Δίνω πληροφορίες. Ξαφνιάζεται ο κόσμος φίλε, με την προθυμία μου. Γελάω δυνατά να σκιαχτεί ο χρόνος. Και αλήθεια στο λέω, φορές φορές το καταφέρνω. Αφού δεν σε προσκύνησε άστον να πάει στο διάολο. Πόσο σκληρή μου ακούστηκες τότε κυρία μου. Μα και πόσο δίκιο είχες. Να τις ακούς ρε φίλε τις γυναίκες αυτές. Που περάσαν χρόνια και κορμιά από πάνω τους. Και απόμειναν να θωρούν ορίζοντα σαν ξημερώνει με μια άγρια γεύση από αλκοόλ και καπνό στις άκρες των χειλιών. Στο τραπέζι της ταβέρνας που λίγο πριν αγκαλιάστηκαν οι τελευταίοι μεθυσμένοι να φύγουν στηριζόμενοι. Εκείνες είναι ακόμα εκεί. Να πιούν τις τελευταίες γουλιές του κρασιού. Και τι περίεργο, πάντα εκείνες πλησιάζει ο τρελός του χωριού να πει τις παρόλες του. Την λατρεύουν αυτή την ησυχία, αυτό το βαθύ σκοτάδι πριν την αυγή. Συγκεντρώνονται στα μέσα τους, μετράνε απώλειες και ενέργειες και πάντα καταφέρνουν να φταίνε. Μετά μαζεύουν αφηρημένα λίγη υγρασία από τα μάτια, τα τσιγάρα από το τραπέζι και αφήνουν κέρασμα για το γερασμένο γκαρσόνι που τόση ώρα τις παρατηρεί. Στο δρόμο για το σπίτι θα καταλάβουν πως η άλλη υγρασία δεν θα κατευνάσει παρορμήσεις και θέλω, ούτε και σήμερα. Μα δεν θα πειράζει.
Εσύ κοριτσάκι θέλεις όλο μύθι μύθι παραμύθι μου είπατε, κυρία μου. Ναι μωρέ, έτσι είναι. Αλλά θέλω να έχει γεύση, να έχει στόμα, να γλείφει, να δαγκώνει και καμιά φορά να ουρλιάζει κιόλας.

Μα συ βαθιά στην κόλαση την αλυσίδα σπάσε
κι αν με τραβήξεις δίπλα σου ευλογημένος να ‘σαι
Καίγομαι καίγομαι ρίξε κι άλλο λάδι στη φωτιά
πνίγομαι πνίγομαι πέτα με σε θάλασσα βαθιά

Advertisements