Έλα κάτσε. Σ’ αυτή τη βεράντα χωράνε μόνο δυο ξύλινες καρέκλες με πανί και ένα στρογγυλό μικρό τραπέζι. Μια γλάστρα να κρέμεται και ένα βουλωμένο λούκι που πάντα θέλει καθάρισμα γιατί θα πνιγούμε εδώ μέσα άμα ρίξει καμιά βροχή. Τι σημασία έχει που πάντα αφήνω ανοιχτά άμα βρέχει; Κάτσε σου λέω, θα βάλω και μουσικές να παίζουνε. Θα χαζεύουμε τα σύννεφα, τους ήλιους και τα φεγγάρια. Θέλω να σου δείξω τις τελευταίες φωτογραφίες μου. Να σου μιλήσω για όσα έχω σκαλίσει τώρα τελευταία. Τι με ρώτησες; Αν είμαι καλά; Καλά είμαι μωρέ μάτια μου. Μόνο που δεν κοιμάμαι καλά και πια κουράζομαι. Κάτι υποψίες για αρρώστιες σέρνονται ύπουλα στο μυαλό μου τις νύχτες. Μα σαν ξημερώνει τις σπρώχνω πίσω πίσω. Γιατί είπες; Έτσι. Γιατί δεν γουστάρω να χαϊδεύω αναπηρίες πια. Τουλάχιστον τη μέρα. Ξέρω πως ένα κορμί τσακίζει μα το θέμα είναι να το πιάνεις απαλά όχι να το ζορίζεις. Ξέρεις προχθές, ξημέρωσα σε τούτη την βεράντα. Κι ήμουνα μόνη μου, αν θες θα σου γράψω ολόκληρο κομμάτι για τα δόντια αυτού του “μόνη μου” . Αλλά δεν χρειάζεται ε; Το βλέπεις και εσύ, το νιώθεις να συμβαίνει. Μεγαλώνουμε ψυχή μου κι άμα πιάνω να θυμάμαι, πάντα κρυφοχαμογελάω. Αχ μωρέ μάτια μου. Πόσον καιρό έχω να δακρύσω;

Θα με πάρεις μια αγκαλιά;

Advertisements