Ο πατέρας της ήταν ο μόνος που την φώναζε με το όνομά της ολόκληρο. Ευαγγελία. Κυρίως για να την πειράζει, για να βλέπει πως τσιτωνόταν ολόκληρη.
Είχε μια φωνή για ραδιόφωνο. Κάτι μάτια πρασινοκάστανα, μεγάλα, λαμπερά. Μπορούσες να γελάς με τις ώρες με τις ιστορίες της. Γελούσε, αχ πόσο γελούσε.
Και είχε μόνο ένα πόδι. Δύο επεμβάσεις σε απόσταση 2 ετών την αφήσαν με τεχνητό μέλος. Μετά την δεύτερη επέμβαση ήταν η μόνη φορά που την είδα αποθαρρημένη. Κι αυτό για λίγο. Μετά ξανάρχισε να γελάει.
Έχω να πω πολλές ιστορίες για εκείνη. Αστείες ιστορίες, όταν ο αυτοσαρκασμός της ανέβαζε το στροφόμετρο στις εννιά χιλιάδες. Μα δεν θέλω. Είναι δικές μου. Όπως δική μου είναι και η λιποψυχία να μην αντέξω να την δω την τελευταία φορά. Τότε που ο καρκίνος την είχε εγκλωβίσει μέσα στο σώμα της. Που είχε παραλύσει όλο της το νευρικό σύστημα.
Μόνο τον σύντροφό της τα τελευταία χρόνια να ανάβει ένα τσιγάρο να το αφήνει να καίγεται στον τάφο της.
Όταν θα σε ξαναδώ Λία, θα καπνίσουμε εκείνο το Lucky που σου είχα στολίσει με γραμμένες κόκκινες λέξεις και όσο κι αν σε έσφιγγε η χαρμάνα δεν το χαράμιζες. Και θα τραγουδήσουμε κι εκείνο το τραγούδι της Χαρούλας που τόσο γούσταρες.
Όλου του κόσμου οι Κυριακές, λάμπουν στο πρόσωπό σου
Τι χρώματα, τι μουσικές μες στο χαμόγελό σου
Και μετά άμα θες σου χτυπάω και παλαμάκια όπως τότε στην ταβέρνα, στα γενέθλια που χόρευες με ένα πόδι και μια πατερίτσα, ζεϊμπέκικο.
Τα δυο σου χέρια πήρανε βεργούλες και με δείρανε.
Πάλεψε από τα 18 και έφτασε μέχρι τα τριάντα περίπου. Η Λία, είναι η δική μου Αμαλία. Κι ο καθένας μας έχει την δική του Αμαλία.

Advertisements