Εν μέσω φωσφοριζόντων υφασμάτων. Σκουπίζοντας στα τελειώματά του τα υγρά σου. Να τα φυλακίσει, να μπορεί να δει μετά από χρόνια πως θα μοιάζαν τα αγέννητα παιδιά σου. Σκοτεινιασμένος κι άυλος τραγουδούσε ο Παναγόπουλος μέσα από έναν βρώμικο ενισχυτή και σου ‘πα πως τώρα ναι, είμαι έτοιμη. Τις πιάνεις τις ελαφριές απολήξεις; Μονός αριθμός τους σε σημαδεύει. Τώρα, χρόνια και μήνες και εποχές μετά τρίβω τα δάχτυλά μου σε δανεικά στομάχια. Άλλα στολισμένα, άλλα γυμνά. Έχω φύλλα χαρτιού. Δεν διακρίνω τι γράφω στο εσωτερικό τους. Μα ξέρω πως για μένα είναι όλα, για μένα. Πως τραγουδάγανε τα Κρίνα; Αυτό το τραγούδι δεν είναι για σένα; Ε αυτό θυμάμαι και χαράζω στο κέντρο. Ανυπομονούσα να σημαδευτώ μα το καλοκαίρι αργεί και με αφήνει εκκρεμή. Στα χέρια σου δεν θα ξανακοιμηθώ. Γιατί θέλω νωρίτερα να παραλύουν από στέρηση.
Ανοιχτό παράθυρο και πως θέλω να μιλήσω σήμερα.. να λέω για ώρες ρε φίλε, για ώρες.. ιστορίες, άγριες και βαμμένες. Να κρυώνεις σαν τις ακούς και να θες να πιαστείς από ρόδες, να σε πάρουν μαζί, να σε λιώνουν αλλά να μη σε νοιάζει αρκεί που φεύγεις, που δεν βλέπεις τον ίδιο γκρι αέρα, που δεν ακούς παρά μόνο φωνές και γέλια και κοφτές εκπνοές. Έχω μέσα μου λέξεις με αίμα στολίδι και ένα μικρό ζωντανό οργανισμό με δάκρυα που τρέφεται.
Βρεγμένα εσώρουχα ρε, ξέρεις τι σημαίνει αυτό ή το ξέχασες μαζί με όλες σου τις αφές;

Advertisements