Αν ήτανε το έδαφός σου πρόσφορο
θα σου ‘φτιαχνα μια πίστα από φώσφορο
με δώδεκα διαδρόμους
δώδεκα τρόμους
με βύσματα κι εντάσεις φορητές
με πείσματα κι αεροπειρατές
αν ήτανε η αγκαλιά σου όαση
θα σου ‘φερνα δισκάκια για ακρόαση

Πως μπορείς να βάλεις σε καταστολή την ανάσα; Πως μπορείς να κάνεις χειρουργείο στα μέσα σου έτσι που να μη χαμογελάς πια γιατί τεντώνουν όλα και σε πονάνε; Δεν ξέρω ρε φίλε πως το κάνεις αυτό. Αποξεχάστηκα να μετράω γουλιές και ανάσες μεταξύ τραγουδιών. Τις Πέμπτες πως μ’ αρέσει να βγαίνω ρε συ.. είναι αλλιώτικος ο κόσμος. Στην πλατεία χτες βράδυ μύριζε όμορφα και σε θυμήθηκα που με ξημέρωσες έναν Αύγουστο και σαν έχανα εστίαση με αγκάλιαζες. Νιώθεις καλά έτσι, μου ‘λεγες. Μα δεν κοιμηθήκαμε ποτέ μαζί κι αυτό είναι που με κάνει να σε θυμάμαι ακόμα πιο τρυφερά. Το αριστερό σου μάτι επιμένει να βγάζει υγρά. Και τις νύχτες σαν σε ζυγώνεις με ένα χέρι ανυπόμονο, το νιώθεις να βουτάει στην υγρασία σου. Δεν έρχεται η ξεκούραση αλλά μη μου σκιάζεσαι. Κάτι λόγια σου καμώνω μα σαν το μετανοιώνω ένα ντο ξέμπαρκο χτυπάω και σιγανά στο τραγουδάω. Και τώρα που δεν είσαι εδώ ποιόν τάχα να φιλήσω σου μήνυσα.Πιάνο ακούρδιστο και η ίδια πάντα ερώτηση. Κέρνα με ένα ακόμα και θα σου πω μια ιστορία. Πως όλοι είμαστε ανατριχιαστικά όμοιοι. Και μόνο τα σκονισμένα μπουκάλια στο φόντο της μπάρας μαρτυρούν πως έρχεται ζέστη και το μαγαζί θα κλείσει.
Τώρα ξέρω πως κοιμάσαι. Ονειρεύεσαι τα υλικά κατασκευής. Μα μια μέρα θα σηκωθείς, θα γδυθείς, θα βγεις στο δρόμο,
να σε σημαδέψουν οι ρόδες του πρώτου επιβατικού.

Κοιμήσου εσύ κι εγώ θα ονειρεύομαι
απ΄τ΄άσπρο σου το χιόνι

δίχως σεντόνι
στα νύχια του κακού τη νύχτα αυτή
κι ο θάνατος λυπάται να κρυφτεί

Τις Πέμπτες ο Αλέξανδρος και ο Ηλίας παίζουν τα τραγούδια τους στο Κλάξον, στην Βαλτετσίου.

Advertisements