Απρίλιος 2007


Έρημα σκοτάδια
κι αφού ξημερωνόσαστε
τι θέτε και πραξεύετε
του ανθρώπου μου την γνώση


Τώρα να πω ότι γύρισα; Αφού το μυαλό μου ακόμα αλλού είναι. Θα μου πεις πως πάντα κάτι ανάλογο συμβαίνει. Έχω μια κούραση σήμερα. Θα ΄ναι που σκαρφάλωσα σε ορεινή Κορινθία, εκεί έμαθα πως πραξεύομαι σημαίνει μορφώνομαι. Και σκάρωσα το παραπάνω τραγουδάκι, μέρες μετά κάπου στον Όλυμπο, που σε έβλεπα να μην στέκεις ορθός. Και σου γραψα και ρεφραινάκι και μου πες κι εσύ πως έχω οικοτεχνίες ασπίδων και κάτι για τα ακροδάχτυλά μου, πως σε οδηγούν λέει στην αλητεία. Μα πουλάκι μου τα μέσα σου πρέπει να παλέψεις και εξάλλου τα δικά μου χάδια δεν θα τα ορίσω κατά πως ζητάνε τα κορμιά των άλλων. Γράφω απλά τώρα και δεν ξεχνάω πως κάπου σε έναν γκρίζο ουρανό στην Λάρισα κατάλαβα ακόμα πιο καλά αυτό που τραγούδαγε η Τσανακλίδου “πως πάω κι αγαπάω τα πιο μεγάλα αγόρια, την πόρτα τους χτυπάω μετά κοιμάμαι χώρια”, μμμμ να ρα να να ρα να και εκκρεμούν και κάτι άλλα τραγουδάκια στο μυαλό και στα τεφτέρια μου αλλά ρε φίλε πολλά τα τσίπουρα και τα βότανα του βουνού για να ανοίξει ο λαιμός μάλλον δεν επαρκούν. Δρόσισε τα μέσα σου και θα φύγουν και τα ρίγη στο υπόσχομαι και αν αργείς όπως λες τότε θα κοιμηθείς μιαν ώρα αρχύτερα. Θα θελα να σου πω κι άλλα κι άλλα μα δεν με παίρνει ο χώρος κι ο χρόνος πάλι μετρημένος.
-Κοιμήθηκες μωρό μου;
– Όχι.
-Και τι έκανες;
-Σου τραγουδούσα σιγανά να κοιμηθείς εσύ.
Μα τι λογάκια κρατάω στο κεφάλι μου ρε φίλε, πώς να τα ξεμπερδέψω, πώς να τα βάλω σε σειρά;

Βότανα και χορταράκια
και σαράντα – δυό βαθμοί
Να τον δω ορθό να στέκεται

και τι στον κόσμο να με φοβηθεί.

Έλα ρε.. μέχρι και ρεφραίν σου καμώνω!

Advertisements

Τι έχουμε εδώ; Βλέπω καθαρά κάτι εικόνες και πιάνω κάτι μυρωδιές στον αέρα. Καλοκαίρι ρε, καλοκαίρι. Ούζα και κάτι ορφανοί μεζέδες σκόρπιοι στο τραπέζι. Σύσταση στον κάπελα πρώτα να γεμίζει καράφες και μετά να αλλάζει μουσικές. Γιατί βουλώσαν τα αυτιά μας από τις καφρίλες όλων των ειδών και ειδικά του εντέχνου. Όχι ρε φίλε, δεν θα πιάσουμε κουβέντα τώρα περί μουσικής. Κοίτα γύρω σου είναι καλοκαίρι, μην ασεβείς στον ήλιο. Άκου μόνο τι μιλάει στο μυαλό σου και αυτό αποκλείεται να είναι καφρίλα. Να μιλάει όμως ε, όχι να ουρλιάζει. Βάλε μου άλλο ένα ρε, δεν θα οδηγήσω εγώ. Μου ‘ταξες ότι θα με πας βόλτα σήμερα και θα με πας. Μην τα ξαναλέμε, είμαι κι απ’ τα δυο και δεν κάνει να μου τα αλλάζεις. Άντε και γειά μας και χτύπα και το ποτήρι στο τραπέζι στην μνήμη των νεκρών. Το ‘ξερες αυτό έτσι; Αν δεν το ‘ξερες, τώρα το ‘μαθες κι εδώ που τα λέμε όμορφα κι ωραία έχω κι άλλες ιστορίες να σου πω. Ημερολογίου, τρέλας και μικρής-μικρής παράνοιας. Ζωή.
Δεν θέλω παγωτό. Μόνο το χειμώνα μ’ αρέσουν τα παγωτά. Τώρα θέλω μόνο να στρέψω βλέμμα στον ήλιο, να τυφλωθώ και να γελάσω. Τι πειράζει που ζαλίστηκα λίγο; Είναι καιρός μου να κάνω κι εγώ τις ζουζουνιές μου ρε. Σαν να μου φαίνεται πως τις στερήθηκα. Γυρνάω στην πόλη και μέρες πια. Βλέπω κόσμο κι άμα με ρωτάει κανείς “ τι νέα”, χαμογελάω στραβά απλά. Είναι που δεν ξέρω τι να πρωτοπώ κατάλαβες; Όχι δεν έγινε τίποτα αλλά όλα μου φαίνεται πως μυρίζουν αλλιώς. Καλοκαίρι μάλλον. Κι όπως έγραφα παλιά στον Μάνθο “ στον ήλιο και στ’ αλάτι του ξεραίνονται οι πληγές”.
Έμαθα τόσα πράγματα αυτούς τους μήνες. Πως κάνεις υπαρκτό τον σουρεαλισμό πλέον και πως μετράς γουλιές ανακατεμένες με καπνό και αλκοόλ και πως γελάς ξανά δυνατά. Να τρομάξεις όλα τα πλάσματα στις γκρι σκιές και στα λερωμένα παράθυρα του τρίτου. Έχω και μια μηχανή πια και κυκλοφορώ στην πόλη και τραβάω φωτογραφίες. Και μ’ αρέσει τόσο..
Βλέπω μάτια και βλέμματα, χέρια και δάχτυλα, κορμιά και λαιμούς. Μαθαίνω ξανά να χαϊδεύω, χωρίς να γρατζουνάω, εντάξει όχι και πολύ.
Δεν μπορώ να περιμένω να έρθει ο μήνας που θα βρέξω αστραγάλους σε νερό- θα μεταλάβω σε νερό θαλασσινό και τα αποδέλοιπα μωρέ! Που θα κυκλοφορώ με αλάτι στους ώμους και στις φούξια άκρες μου.
Που θα ανέβω στους βράχους και θα ακούσω δυνατά φωνές και μουσικές, συναυλίες και παραστάσεις.
Που θα στήσω σκηνή και πάλι θα ξυπνάω από την ζέστη στις 7 το πρωί, με το λαιμό κλειστό από τραγούδια, γέλια και καπνό.
Και τότε ρε φιλενάδα θα σου ξαναπώ την ίδια ατάκα.
-Την άκουσες;
-Ποια ρε;
Εχεχεχεχ………….

Φεγγάρι παλιοφέγγαρο
φεγγάρι μεταξένιο,τη νύχτα κάνεις φωτεινή
κι εμένα αλλοπαρμένο.
Τραγούδα μου λίγο σαν με δεις..

Του Rory την κιθάρα σε ένα λευκό πανί. Αντίκρυσα το Σάββατο το βράδυ σε ένα παλιό στέκι. Όχι, δεν ήταν όλοι εκεί μα ήταν κάποιοι. Τα σκαλιά της Αγ. Νικολάου ήταν εκεί πάντως. Η πόλη σαν να μου φάνηκε πως γέρασε. Ήταν που έγιναν συμμαζέματα και στην πλατεία του Γεωργίου και μου φάνηκε αλλιώτικη. Ο κόσμος ήταν σίγουρα αλλιώτικος. Στο παλιό μου σπίτι τώρα μένει κάποιος που φυλάει ένα ποδήλατο στο μπαλκόνι. Στο ίδιο σημείο εγώ είχα κομμάτια σπασμένου καθρέφτη. Στο σπίτι της φίλης μου υπάρχει ακόμα το όνομά της στο κουδούνι. Λευκές και κίτρινες τεκίλες για αρχή. Και βότκα για συνοδεία. Τρένο για να πάμε. Το Memphis έκλεισε. Το Mod’s όμως υπάρχει ακόμα. Όπως και το Blue Monday και το Why not. Γερνάει λοιπόν η πόλη. Αλλά γερνάει ωραία.
Ο μώλος. Τα τσιγάρα. Το μηχανάκι που πάλευε να μην σβήσει. Το σφίξιμο. Τα γέλια. Τα κλάμματα. Η εξεταστική. Τα ξενύχτια. Οι κανάτες του γαλλικού και το πουλί που μπήκε ξημερώματα στο σπίτι. Η Όλγα και ο Κουλός ακόμα ίδιοι.
Οι κιθάρες του Rory λοιπόν. Και αυτή του Hendrix. Αυτές των Guns ‘n’ Roses. Το πιάνο του Cave και η μπουζουκομάνα του Θανάση. Και φυσικά ο Brian Jones που μου τον θύμισε χωρίς κανένα έλεος ο Marquee. Πανάθεμά σε Μαρκήσιε χεχεχε.. και δεν θα μπορούσα να αφήσω απ’ έξω τίποτα από τους Zeppelin και τις δικές τους καταραμένες κιθάρες. Pan, ξέρω ότι μου ζήτησες κάποια σόλα αλλά μου ήταν δύσκολο να βρω μόνο τόσα. Και σου μπέρδεψα κι άλλα όργανα κι αφού στα μπέρδεψα που στα μπέρδεψα να σου βάλω και κέρασμα για το τέλος την φωνή της Joplin. Γιατί οne of these mornings you ‘re gonna rise up singin’ ρε.. Κλείνω ματάκι τώρα!
Διάβαζα Παβέζε ξανά. Κι είχα κολλήσει με εκείνο το “ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει το χρώμα των ματιών σου” ή κάπως έτσι. Και αλήθεια αυτά που δε θυμάμαι πληθαίνουν. Κι αυτή η μετεφηβική τρέλα έχει πάρει διαστάσεις ουρανού πια. Πως μπερδεύεται το μυαλό μου ρε φίλε. Στα λέω και στα ξαναλέω και σου τονίζω πως γελάω τρελά κάθε που δεν – πλέον- θυμάμαι. Ναι μωρέ, το ξέρω. Δεν βγάζεις νόημα. Αλλά και τι σημασία έχει; Χεχεχε δεν έχει να κάνει που έλεγε κι ο Φρανκ. Ο Φρανκ που μας είπαν ότι δεν βγαίνει απ’ το σπίτι του πια.
Και όπα και γεια μας κι αν μπερδέψαμε τα γεια μας ρε φιλενάδα τι έγινε; Φτάνει που θυμόμαστε να τα πίνουμε.
Σηκώνομαι και χορεύω..

Σήκω και δώσε μου κρασί
τα λόγια είναι χαμένα
Απόψε το χειλάκι σου
θα ‘ναι το παν για μένα
Κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου
τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα
Για ‘κείνα που δεν έκανα
και που ‘χω καμωμένα
Αν έχω τη ζωή σωστά είτε στραβά παρμένα
Αυτό θα ‘ν’ το μαράζι μου
κρασί λοιπόν, ποιος ξέρει
μη βγαίνει τούτ’ η αναπνοή
στερνή φορά από μένα

Άσε το κορμί να πέσει
μες το παραπήγαδο
που ‘χει φίδια πετιμέζι
και βαθύ αντίλαλο
Σώμα που χορεύεις
κι έχεις οδηγό
μες τα κύτταρά σουτον κοσμικό παλμό
με τη φιλντισένια μέση
χάραξε να σε χαρώ
Σαν το στάχυ που λυγίζει
και σηκώνεται ξανά
να ‘ρχεσαι και να μας φεύγεις
μια στο χώμα μια ψηλά
Δάχτυλα σαν καντηλάκια
φτερουγίζουν γύρω μας
στις γωνιές και στα πλακάκια
όλους να μας αγαπάς

Χορεύω ρεεε!

« Προηγούμενη σελίδα