Άνοιξε την πόρτα του πρώτου δωματίου απέναντι από τη σκάλα του τρίτου και την είδε να ξαπλώνει στα βρώμικα σεντόνια. Το λευκό της δέρμα σαν να έφεγγε περαστικές χρωματικές δυσαρμονίες στο έρημο δωμάτιο. Κάθισε με την πλάτη στον τοίχο, ακριβώς απέναντί της. Έψαξε για τα τσιγάρα του ενώ τα δάχτυλά της ψάχναν το εσωτερικό των μηρών της. Περαστικές κόκκινες στάλες τρέχαν απ’ όλες τις οπές της. Την είδε, την παρακολούθησε. Να γλαρώνει βλέφαρα, να γέρνει κεφάλι στα αριστερά. Μια έντονη χαράδρα ανάμεσα στα φρύδια της. Άκουσε την φωνή της σκουριασμένη να χαράζει το σκοτάδι. Γρατζουνούσε τις κοιλάδες του αφαλού της, πέρναγε από τις άκρες των μαύρων σκιών της και έφτανε στα γένεια του. Δυο κρατήρες στις άκρες των χειλιών της. Και πίεζε και πίεζε. Χωρίς πόνο φανήκαν οι άκρες από δυο σίδερα χωρισμένα σε αρσενικό και θηλυκό. Γεννήθηκαν χωρίς υγρά. Δεν μπορούσε να σταματήσει να την κοιτάει. Δεν μπορούσε να σταματήσει να την πλησιάζει. Με τον νου στην αρχή, με τα πόδια του να σέρνονται μετά. Την είδε να ξεραίνεται και δεν το άντεξε. Με τη γλώσσα μάζευε τις στρογγυλάδες της. Παραβίαζε αυτό και μόνο το άνοιγμά της. Τα χέρια του αρπάζονταν απάνω της, άφηναν σημάδια που δεν ξεχώριζαν. Έμενε ακίνητη με το θυμάμαι να βγαίνει αργά αργά. Ούτε μια στιγμή δεν την άγγιξε αλλού. Ούτε μια στιγμή δεν έπαυε να ουρλιάζει πόσο ανάπηρο ήταν τούτο το ταίριασμα.
Παραπονιόταν η μέση, τα χέρια της, ένιωθε σπασμούς να φοβούνται να βγουν ανάμεσα απ’ τα πόδια της.
Την άφησε. Κρέμασε τα χέρια του στο πλάι. Δεν άνοιγε τα μάτια της. Του ξέφυγε ένα αχ. Άρχισε να αφαιρεί επενδύσεις. Στράφηκε και άνοιξε το παράθυρο. Ανάσανε βαθιά και βούτηξε στο πεζοδρόμιο. Σειρήνες, φωνές, φρεναρίσματα. Η κουρτίνα σάλευε στο ανοιχτό παράθυρο του τρίτου. Κάποιος περαστικός νόμισε πως είδε μια γυναίκα με αίματα στα χέρια. Όμως το δωμάτιο ήταν άδειο. Οι επενδύσεις του σχημάτιζαν ένα λόφο που κάπνιζε.

Advertisements