Ξέρεις πως είναι να αντικρύζεις τα πόδια του ανθρώπου που έγραψε για τα αλαλάζοντα λάμδα να χτυπάν το πάτωμα στο ρυθμό της Ευδοκίας;
Να σε κοιτάει και να σου κλείνει το μάτι γιατί περιμένει να του πεις πως “δεν αξίζεις φράγκο ρεεεεε”. Να συζητήσετε για το Δαμιανό που πήρε έναν φαντάρο και μια πουτάνα κι έκανε τέχνη. Και μετά όταν θα ‘χει περάσει η ώρα να σε κλείνει σε μια αγκαλιά και να σου μιλάει “μη φοβάσαι μωρό μου, εσύ ξέρεις από τσογλάνια, θα είσαι ηδονοθήρας και θα μάθεις στην μοναξιά σου και κάποια μέρα να μου φέρεις και να μου πετάξεις στα μούτρα όλα αυτά που σκαλίζεις κι εγώ θα στα φτιάξω”. Και το πρωί που ξυπνούσα με μούτρα μου ‘βαζε ένα “άιντε εκεί ψηλά, ψηλά στην Ανδρομέδα” κι εγώ πήγαινα εκεί που μου ‘λεγε κι έφερνα τα χέρια ψηλά και έσερνα μέση μια δεξιά, μια αριστερά και μετά έφερνα τα πνευμόνια μου ίσια. Και να απλώνουμε πόδια στον ήλιο, στ’ αμπέλια και να μας απαγγέλει Εμπειρίκο, να ξεχάσουμε

Της πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνη

Αυτό το παρ’ ολίγον είναι που έκανε την διαφορά. Ξέρεις πως είναι; Όχι δεν ξέρεις. Και πώς να ξέρεις δηλαδή και πώς να αντέξεις να ξέρεις. Να σου γελάει στον αυχένα και να είναι σαν να σου γελάει ο απόηχος όλων σου των πτώσεων, σε θάλασσα, καλοκαίρι σε παγωμένα ρεύματα, σε λίμνες ψηλά στο Να εκεί που σκάει ο μικρός καταρράκτης και εσύ αφού έχεις ανέβει ντουμανιασμένος τέρμα όλο το μονοπάτι σκέβεσαι πως ναι, αυτό είναι τελικά. Αυτό που λένε οι ποιητές για τα λάμδα. Και αυτό που νιώθω σαν είσαι τόσο βαθιά που με πονάς.
Και λίγο πριν ξημερώσει να ακούω την φωνή της Νταντωνάκη ή της Παππά.
Και άμα θέλω να τον κάνω να γελάσει να του απαγγέλω Τσέχωφ.

Πάει κι έρχεται, πάει κι έρχεται σαν να ‘βαλε αυτή την πυρκαγιά

Advertisements