Του Rory την κιθάρα σε ένα λευκό πανί. Αντίκρυσα το Σάββατο το βράδυ σε ένα παλιό στέκι. Όχι, δεν ήταν όλοι εκεί μα ήταν κάποιοι. Τα σκαλιά της Αγ. Νικολάου ήταν εκεί πάντως. Η πόλη σαν να μου φάνηκε πως γέρασε. Ήταν που έγιναν συμμαζέματα και στην πλατεία του Γεωργίου και μου φάνηκε αλλιώτικη. Ο κόσμος ήταν σίγουρα αλλιώτικος. Στο παλιό μου σπίτι τώρα μένει κάποιος που φυλάει ένα ποδήλατο στο μπαλκόνι. Στο ίδιο σημείο εγώ είχα κομμάτια σπασμένου καθρέφτη. Στο σπίτι της φίλης μου υπάρχει ακόμα το όνομά της στο κουδούνι. Λευκές και κίτρινες τεκίλες για αρχή. Και βότκα για συνοδεία. Τρένο για να πάμε. Το Memphis έκλεισε. Το Mod’s όμως υπάρχει ακόμα. Όπως και το Blue Monday και το Why not. Γερνάει λοιπόν η πόλη. Αλλά γερνάει ωραία.
Ο μώλος. Τα τσιγάρα. Το μηχανάκι που πάλευε να μην σβήσει. Το σφίξιμο. Τα γέλια. Τα κλάμματα. Η εξεταστική. Τα ξενύχτια. Οι κανάτες του γαλλικού και το πουλί που μπήκε ξημερώματα στο σπίτι. Η Όλγα και ο Κουλός ακόμα ίδιοι.
Οι κιθάρες του Rory λοιπόν. Και αυτή του Hendrix. Αυτές των Guns ‘n’ Roses. Το πιάνο του Cave και η μπουζουκομάνα του Θανάση. Και φυσικά ο Brian Jones που μου τον θύμισε χωρίς κανένα έλεος ο Marquee. Πανάθεμά σε Μαρκήσιε χεχεχε.. και δεν θα μπορούσα να αφήσω απ’ έξω τίποτα από τους Zeppelin και τις δικές τους καταραμένες κιθάρες. Pan, ξέρω ότι μου ζήτησες κάποια σόλα αλλά μου ήταν δύσκολο να βρω μόνο τόσα. Και σου μπέρδεψα κι άλλα όργανα κι αφού στα μπέρδεψα που στα μπέρδεψα να σου βάλω και κέρασμα για το τέλος την φωνή της Joplin. Γιατί οne of these mornings you ‘re gonna rise up singin’ ρε.. Κλείνω ματάκι τώρα!
Διάβαζα Παβέζε ξανά. Κι είχα κολλήσει με εκείνο το “ο θάνατος θα ‘ρθει και θα ‘χει το χρώμα των ματιών σου” ή κάπως έτσι. Και αλήθεια αυτά που δε θυμάμαι πληθαίνουν. Κι αυτή η μετεφηβική τρέλα έχει πάρει διαστάσεις ουρανού πια. Πως μπερδεύεται το μυαλό μου ρε φίλε. Στα λέω και στα ξαναλέω και σου τονίζω πως γελάω τρελά κάθε που δεν – πλέον- θυμάμαι. Ναι μωρέ, το ξέρω. Δεν βγάζεις νόημα. Αλλά και τι σημασία έχει; Χεχεχε δεν έχει να κάνει που έλεγε κι ο Φρανκ. Ο Φρανκ που μας είπαν ότι δεν βγαίνει απ’ το σπίτι του πια.
Και όπα και γεια μας κι αν μπερδέψαμε τα γεια μας ρε φιλενάδα τι έγινε; Φτάνει που θυμόμαστε να τα πίνουμε.
Σηκώνομαι και χορεύω..

Σήκω και δώσε μου κρασί
τα λόγια είναι χαμένα
Απόψε το χειλάκι σου
θα ‘ναι το παν για μένα
Κι όσο για τα ταξίματα και για τα κρίματά μου
τα βλέπω σαν τα κατσαρά μαλλιά σου μπερδεμένα
Για ‘κείνα που δεν έκανα
και που ‘χω καμωμένα
Αν έχω τη ζωή σωστά είτε στραβά παρμένα
Αυτό θα ‘ν’ το μαράζι μου
κρασί λοιπόν, ποιος ξέρει
μη βγαίνει τούτ’ η αναπνοή
στερνή φορά από μένα

Άσε το κορμί να πέσει
μες το παραπήγαδο
που ‘χει φίδια πετιμέζι
και βαθύ αντίλαλο
Σώμα που χορεύεις
κι έχεις οδηγό
μες τα κύτταρά σουτον κοσμικό παλμό
με τη φιλντισένια μέση
χάραξε να σε χαρώ
Σαν το στάχυ που λυγίζει
και σηκώνεται ξανά
να ‘ρχεσαι και να μας φεύγεις
μια στο χώμα μια ψηλά
Δάχτυλα σαν καντηλάκια
φτερουγίζουν γύρω μας
στις γωνιές και στα πλακάκια
όλους να μας αγαπάς

Χορεύω ρεεε!

Advertisements