Μα τι κόκκινη οργή κρύβεται πίσω, μα τι κόκκινη και τυφλή. Μια ζωή να περιμένεις από τον πολιτισμό να λύσει και να φτάνει μια απότομη στροφή να βρεις πως η ένοπλη βία είναι κάτι τελικά. Εποχή καμμένη, εκπρόσωποι καμμένοι, άνθρωποι κλεισμένοι στον μικρόκοσμό τους. Και ούτε αυτόν δεν μπορούν να αλλάξουν. Ναι είναι καιρός για μια αλλαγή μα πιάστηκε η μέση μου να σκύβω απ’ τη γωνία να την δω να έρχεται. Και οι δρόμοι θαμμένοι σε κίτρινη σκόνη, γύρη που θα ξεπλυθεί από την πρώτη δυνατή βροχή χωρίς να αφήσει ούτε καν γονιμοποίηση πίσω της. Με κούρασαν τα λόγια, με κούρασε η βολεμένη μοναξιά, με κούρασε η βρώμα της μιζέριας σε άπλυτα μυαλά. Βαρέθηκα να σηκώνω τηλέφωνα, να ρωτάω πως είσαι και να σε ακούω να απαντάς “ε καλά μωρέ τα ίδια”. Καλύτερα να μου ‘λεγες σκατά ,αλήθεια σου λέω πιο έντιμο είναι.
Πέρασε ο καιρός που κατέβαινα στο δρόμο και σοβαρά νόμιζα πως όλα αυτά τελειώσαν. Μα να που δεν έγινε έτσι. Θα έπρεπε να υπάρχει μόνο μια αστυνομία. Μιζέριας και βλακείας. Να μαζέψει όλους αυτούς που σέρνουν το κορμί τους σε ηλίθιες εξόδους, μαλακισμένες κουβέντες και άστοχα κουτσομπολιά. Θεωρίες, θεωρίες να δεις φίλε μου. Και ούτε μια ματιά πιο κει, να δεις πόσο μπορεί να υποφέρει ο κόσμος. Σαν να λες σε κάποιον που πάσχει από καρκίνο “κι εγώ ρε συ έχω μια δυσκοιλιότητα τελευταία”. Και αυτοί που σκέφτονται έστω και ένα επίπεδο παραπάνω, δηλαδή κατατάσσουν τον εαυτό τους στην συνομωταξία του ευαισθήτου αναλώνονται σε μικρότητες απίστευτου βάθους. Μόνο εκεί έχουν βάθος γιατί οτιδήποτε άλλο βρίσκει βράχο εγωισμού και διαλύεται.
Ανίκανοι να νιώσουμε, ικανοί μόνο να γκρινιάζουμε σιωπηλά. Κι αυτό το σιωπηλά είναι που με δαιμονίζει. Ή βγάλε τον σκασμό ή κάνε κάτι να αλλάξεις αυτό που σε ορίζει. Όσο μπορούμε ρε, όσο μπορούμε.
Δεν χωράει ρε. Δεν χωράει άλλο.
Η ζωή είναι εκεί έξω. Κατάλαβες;
Κι αν όχι πέσε ξανά για ύπνο.

Advertisements