Εν δυνάμει ναι.
Να βάλω το ίδιο μαύρο δερμάτινο, να κάνω βόλτα στους δρόμους στο κέντρο μόλις νυχτώσει. Να ξαναπεράσω από την Αίτνα, να δω τον Δημήτρη, να μου βάλει την ενισχυμένη του βότκα και λίγα τραγουδάκια. Cave, Simone και Τρύπες. Εκείνο που λέει πως υγραίνουμε την βραδυνή μας πλάνη. Η Καλλιδρομίου είναι τόσο όμορφη το βράδυ.
Δεν κουράστηκα να περπατώ ακόμη. Ούτε να αλλάζω. Έχω μελωδίες στο στόμα και μια μικρή ύπαρξη πιο πάνω από τα πόδια. Την αγγίζω φευγαλέα. Κι έχω και χρώματα, χρώματα σου λέω, πολλά χρώματα. Τόσα ώστε να σε ζωγραφίσω όταν θα ’ρθεις.
Κι έναν ήρωα στο μυαλό μου. Όχι πρίγκηπα. Ήρωα. Από αυτούς που ξεπεράσαν τα κάρβουνα τούτης της γενιάς. Γιατί φωτιές, ποτέ της δεν είχε. Μόνο κάρβουνα κι αυτά προς την ανυπαρξία τους.
Διαβάζω το μήνυμά σου.
Μου λες πως το δάκρυνο απόσταγμα ξεπλένει.
Και γράφω συνέχεια αυτό που δεν θα σου στείλω.
Σου λέω πως τα χέρια μου μπορούν να σε ξεπλύνουν.
Αλλά η σκόνη του δρόμου μάτια μου, θα είναι πάντα εκεί. Στις κόχες των βλεφάρων σου, στις χαρακιές των χεριών σου.
Και δεν πειράζει καθόλου.
Θα αναστηθείς τούτο το Πάσχα;
Άμα δεν χάσω το μυαλό πως θα βρω την καρδιά σου μάτια μου;
Μου χαραμίζεσαι και στο τσιγάρο μας πάνω θα στο πω.
Μετά, θα σε πάρω αγκαλιά.

Advertisements