Πεθύμησα ένα ταξίδι. Κάπου που ο χρόνος να περνάει πιο αργά. Ας πούμε στην Ικαρία ή στην Αμοργό. Κι ας μην υπάρχουν ούτε τώρα τα χέρια σου να τα μυρίζω μετά την Θάλασσα. Ησυχία μόνο, λίγη ησυχία. Άκου.. ήθελα να ξέρεις πως το ταξίδι φτάνει στο τέλος του. Δέκα χρόνια μετά, εκπνέει ασθματικά και όπου να ‘ναι θα καθοριστεί η ώρα θανάτου. Πόσα χρόνια; Δέκα. Απίστευτο. Και τελικά ποιο ήταν το μυστικό; Αράδες γραμμένες και εκτεθειμένες. Η θεραπεία ήταν ακριβή αλλά θα μου πεις ποια δεν είναι; Και τώρα που τελειώσαν τα φράγκα, τελειώσαν και τα λόγια. Παράξενο δεν είναι; Καμιά φορά βγαίνει ένα δυνατό γέλιο που έχει και ηχώ. Και καθώς ξεβάφει, χάνεται και ο συνειρμός. “Γιατί γελάς; Κάτι θυμήθηκα”.
Ούτε για τα διόδια δεν κράτησα. Δεν με νοιάζει, θα πάρω το γνωστό σακίδιο που με συντροφεύει χωρίς να σκίζεται όσο κι αν παλιώνει. Και θα βγω στον δρόμο. Η παρέα που λέγαμε.. η παρέα. Αυτή θα είναι. Όρθια ξανά. Να σε δω ξανά χωρίς όρια. Δεν πειράζει φιλαράκι, κρατάω από σένα άκρες κακοκομμένες από μαύρες μπούκλες, τζιβάνες καπνισμένες και ποτήρια ιδρωμένα στο αλκοόλ. Και σελίδες ποιημάτων που ήταν σαν να τα έγραφε ένας, θυμάσαι;
Μου στείλανε τσίπουρα από τον Όλυμπο γιατί λέει την άλλη φορά με ξεχάσανε. “Tο ξεχάσαμε το κοριτσάκι μας”. Και μόνο να χαμογελάσω τους φτάνει.
Εσένα γιατί δεν σου αρκούσε ποτέ αυτό;
Μόνο στην άκρη των χειλιών, η γεύση του καπνού είναι λίγο στυφή. Και να δεις που δεν τον νοιάζει. Τι παράξενο ρε φιλαράκι. Τι παράξενα όντα που είμαστε. Βλέπουμε έναν άνθρωπο σκυμμένο, με καψαλισμένα δάχτυλα και δεν μας πειράζει το μαύρο της φωτιάς του. Καταφέρνουμε να το ξεπεράσουμε, να τον αγκαλιάσουμε, να τον ξαπλώσουμε πάνω μας, κάτω μας, μα ποτέ δεν κοιμόμαστε μαζί του. Εκεί μάλλον θυμόμαστε πως η φωτιά ποτέ δεν σβήνει τελείως και μυρίζει άσχημα μετά.
Να ρίξω μια στο κεφάλι του χρόνου λοιπόν. Να με δει και να τρομάξει. Να μαζευτεί.
Διαβάζω κάτι όμορφα πράγματα τις τελευταίες μέρες. Και με κάνουν να πιστεύω πως ίσως τελικά να μπορούμε να επικοινωνήσουμε και με τα χέρια και τα μάτια. Αν μας καταργούσαν την γλώσσα. Έτσι κι αλλιώς κι αυτή έχει μαζευτεί στη γωνιά της και περιμένει τον ιατροδικαστή.
Άσε με να σε πάω μια βόλτα σε εκείνα τα δρομάκια στα Θολάρια. Να σου δείξω τους βράχους στο Πριόνι. Δίπλα στον Άγιο είναι, στο λιμάνι. Και να σε φωτογραφήσω την πιο μπλε ώρα, χωρίς τα ρούχα σου, χωρίς τα όριά σου.
Με βλέπεις; Έχω γείρει το κεφάλι στο πλάι, σου κάνω ένα νάζι και απλώνω τα χέρια..

Come lay with me
and I would surely stay

Advertisements