Μέσα βαθιά και χαμηλά μου. Έχω ένα σκοτάδι λίγο μπλε. Και πώς να στο δείξω και πώς να ντραπώ γι’ αυτό; Το νιώθω κάθε που μ’ αγγίζεις στο στόμα πως αγριεύει. Και θέλω να στο πω να προσέχεις, να μην αφεθείς μα δεν ξέρω πως. Κι από την άλλη δεν θέλω. Να το δαμάσεις το σκοτάδι μου, μπορείς; Να μ’ έχεις στα γόνατα, να σ’ έχω όρθιο μπορείς;
Την τρέλα που σαλεύει πίσω από τους αγκώνες μου όταν σε σπρώχνω, το αίμα που σέρνει υγρά φιλιά στους μηρούς μου κάθε που σ’ αφήνω. Μπορείς να γευτείς; Να καταλάβεις μπορείς; Μέσα βαθιά και χαμηλά μου. Να μπεις.
Όχι δεν είναι. Η μόνη αμαρτία αυτή. Και η αμαρτία σαν αστοχία εννοώ. Αστοχείς; Σε συγχωρώ να αστοχείς; Μάλλον όχι. Βάλε μου άλλο ένα ποτό τώρα. Και άσε με να σε κοιτάζω απλά. Να σε στολίζω με τα καλά σου.Το καινούριο σου κεφάλι. Ποιές θάλασσες στεγνώνουν εκεί;
Γλυστράω. Εύκολα. Στο σκοτάδι μου. Το ξέρω, μου είναι γνώριμο. Με κούρασε το χρώμα. Θέλω πάλι να γίνουν όλα οικεία. Κόκκινο και μαύρο. Το πολύ.
Έπιασες το κεφάλι μου, το κράτησες γερά.
-Γιατί θέλεις πάντα να φεύγεις;
Δεν είχα φωνή ικανή, δυνατή να σου πει, να σε ειδοποιήσει. Πως μέσα μου έχω ένα σκοτάδι βαθύ, λίγο μπλε. Μέσα, βαθιά και χαμηλά μου.

Αύριο Τρίτη, στους Χάρτες των Εξαρχείων, έχει αφιέρωμα στον Cave.

Advertisements