Μ’ ένα κεφάλι κάπως βαρύ, κάπως θολό, κάπως αδύναμα εστιασμένο. Ξεκινάω στον ίδιο δρόμο κι όμως κάθε φορά φαίνεται σαν καινούριος. Αρνήθηκα νερά και βοηθήματα. Εγκαταλείπομαι στην ίδια θέση πάνω από τις ρόδες. Κι ας μυρίζει άσχημα η μηχανή. Την έχω μάθει πια και δεν με ορίζει η δύναμή της. Να, κι αν θέλω θα εκτιναχθώ, ψηλά. Μη με κρατάς σου λέω το νιώθω πως με βαραίνει αυτή σου η προσπάθεια. Ποτέ δεν κατάλαβα πως τραβώντας ψήλωνες. Δεν είχα μάθει έτσι ξέρεις.
Αυτή η σκόνη δεν είναι σαν τις άλλες. Σκύβω και την ανακατεύω με τα δάχτυλά μου. Είμαι ο ειδικός ερευνητής που καταφθάνει μετά τα ειδεχθή εγκλήματα στον τόπο τους. Και μυρίζει τον χώρο να πιάσει την εικόνα τους σαν φιλμάκι ασπρόμαυρο, κομμένο. Τι να έγινε εδώ άραγε; Πως κατέληξε το ένα κορμί διπλωμένο και το άλλο καθιστό; Γιατί να είναι έτσι σκόρπιες οι ρανίδες στους τοίχους και τι δουλειά έχει αυτή η σκόνη στα έπιπλα; Παράξενη σκόνη αλλιώτικη. Σκύβω στο αριστερό μου πόδι και ο αστράγαλος τρίζει. Επώδυνο αυτό, χμμ. Την φέρνω κοντά, την μυρίζω. Έχει κολλήσει κόκκους στις άκρες των δαχτύλων μου. Δεν φοράω γάντια ποτέ, κάθε ειδικός ερευνητής που σέβεται το μυαλό του, έτσι κάνει. Να νιώσω την αίσθηση του κρίματος. Μα τι να έγινε αλήθεια; Ψάχνω τον χώρο, μα δεν έχει τίποτα πέρα από κάτι τσαλακωμένα χαρτιά. Ούτε ένα όπλο έτσι για κάθαρση.
Οπότε τι έχουμε; Ούτε αίτιο, ούτε αιτιατό.
Κάτι έχουμε όμως.
Χρόνο.
Ε ψυχή μου;

Πες μου κάτι να χαμογελάσω. Λίγο. Σαν να ήμασταν στο ίδιο μπαρ, καθισμένοι αντικρυστά στα ψηλά σκαμπό. Τι θα μου έλεγες για να σου χαμογελάσω; Έλα. Ξέρεις ότι σπάνια ζητιανεύω αγκαλιές. Και τώρα ζητιανεύω λόγια. Έλα, πες μου..

Advertisements