Πόσο δύσκολο να είναι τελικά; Να ταιριάξεις τα λόγια μεταξύ τους, να τα βάλεις σε μια σειρά, την δική σου σειρά και να τα πετάξεις στα χέρια του άλλου;
Να έκανα κιόλας την αρχή.. έφερα χαρτί και στυλό. Από κείνα τα χοντρά που λάτρευα από μικρή. Και ξεκίνησα. Αυτό το γράμμα δεν θα το στείλω. Πάνε χρόνια από τότε που έρχονταν στο γραμματοκιβώτιό μου τα δικά σου. Από την νότια άκρη της πόλης, ποτισμένα με τις ώρες της αγρύπνιας σου. “ Ξέρεις κάποτε καθόμουνα για μήνες μέσα στην ηλίθια τρύπα μου..”
Και ξέρω πως έτσι έγινε και ότι για να τελειώσεις τις γαμημένες τις σελίδες σου γινόσουνα χάλια κάθε βράδυ με ζεσταμένη μπύρα. Δεν θέλω να γράφω μου ΄λεγες, γιατί με ρίχνει.
Τόσα χρόνια με αλληλογραφία που παραδινόταν σε χέρια ξένων και τραπεζάκια καφενείων. Όταν σταμάτησε η ροή αυτή ένιωσα σαν να εγκυμονούσα το πιο μεγάλο και βαρύ μωρό του κόσμου. Όλου του κόσμου τα ξημερώματα της Κυριακής, τα πιο βαριά αναμέναν να γεννηθούν ανάμεσα από τα πόδια μου.
Στο λέω αλήθεια όταν έφυγες πέρασα μήνες σε ένα ατέλειωτο μούδιασμα. Θυμάμαι που έλεγες ότι ο οργανισμός έχει μνήμη ενός χρόνου και αν σε έβλεπα τώρα θα σου ‘λεγα πως κάνεις λάθος, παραπάνω είναι.
Θα κουραστώ να σου εξηγήσω πως πείστηκα μόνη μου ότι όλο αυτό τέλειωσε. Και δεν έχω και ιδέα για το πώς τέλειωσε.
Θα σε φιλήσω εκεί που σε φιλούσα πάντα, στους κροτάφους, θα σου χαϊδέψω τον κουρεμένο πια σβέρκο και θα απομακρυνθώ ίσια.
Και ίσια στέκομαι δίπλα στην ίδια ξύλινη μπάρα. Ρίχνω το κεφάλι μου πίσω και γελάω, γελάω τρελά. Θυμάμαι τον Γκιμοσούλη να λέει πως οι άνθρωποι μέσα στα μπαρ γελάνε σαν τους λύκους και σκέφτομαι πόση απόγνωση βγάζει κανείς μέσα στα γραφτά του. Δεν είμαι μόνος, δεν είμαι ο μόνος μου ψιθυρίζει ο Αγγελάκας στ’ αυτί.
Απόψε το βράδυ θα βγω. Είναι ώρα.
Σκίζω στην άκρη να βγουν μισά τσιγάρα. Τρίβω τα μάτια όταν έχει πολύ καπνό και πάντα βγάζω τα γυαλιά όταν περνάει η ώρα. Και θυμάμαι κάτι δυνατές αγκαλιές σε χώρους αποχαιρετισμού, κάτι φιλιά μαφιόζικα και κάτι τραγούδια αφιερωμένα από ανθρώπους που διαλέγουν βινύλια και κοιτάνε θλιμμένα.
Να κρεμαστώ σε ένα λαιμό που ν’ αντέχει.
Να βρέξω μέχρι τον αστράγαλο στη θάλασσα.
Να στροβιλίσω ακροδάχτυλα στον καπνό.
Να ανασάνω βαθιά τον θώρακά σου.
Πώς γίνεται ένα κορμί να στεγνώνει τόσο πολύ ανάμεσα σε δυο χέρια άγνωστα; Σαν ξύλο ξερό έγινες όταν σε τύλιξα. Μόνο μια ανάσα βίαιη πήρες και έμεινες έτσι. Φοβήθηκα. Και σ’ άφησα. Μπορεί να μην ξαναανάσαινες ποτέ αν συνέχιζα να σε κρατάω. Και σ’ άφησα. Με κοίταξες παραπονεμένα. Μπερδεύτηκα. Πόσες κατεστραμμένες κινήσεις; Πόσα μισά νήματα ξεφτίζουν στα ίδια μπαρ; Καμιά φορά θα ‘θελα να κρατήσω τις άκρες τους, να τις δω να λαμπυρίζουν στο σκοτάδι των αυτοκινήτων και μετά να ελευθερωθούν ψηλά.
Εκεί που το σκοτάδι τα κάνει όλα μπλε.
Να φυσήξει ρε, να φυσήξει δυνατά.

Έλα βοριά, καλέ βοριά
χιόνι και καταιγίδα
να πέσουνε τα μάνταλα
να σφραγιστούν οι θύρες

Advertisements