Ήθελα να σου πω μια καλημέρα. Κι ας βρέχει. Δηλαδή ευτυχώς που βρέχει. Δεν άντεχα άλλο αυτή την αρρωστίλα του χειμώνα που δεν ήρθε ποτέ. Και μετά θυμήθηκα ότι έχω να σου πω καλημέρα πολλά χρόνια. Και δεν ξέρω πως μου ‘ρθε αυτή η σκέψη ή παρόρμηση. Είναι μάλλον που ήπια τον καφέ μου πολύ νωρίς στην ησυχία που λείπανε όλοι. Και που τα παράθυρα στη δουλειά βλέπουνε σε μια πολυκατοικία σαν εκείνη κοντά στην πλατεία που είχαμε βρει το σπίτι. Και πόσο έμοιαζε αυτό με το πρώτο σπίτι που είχα δει στη ζωή μου. Αυτό που όσο χρόνια κι αν έχουν περάσει σκέφτομαι ακόμα σαν σπίτι μου. Με την μεγάλη βεράντα στρωμένη με κόκκινη πλάκα. Τετραγωνικά γεμάτα από λουλούδια και ουρανό της Αθήνας. Την λάτρευα εκείνη την βεράντα.
Αλλά άλλο έλεγα. Πως ήθελα να σου πω μια καλημέρα. Ε στην λέω.
Καιρός δεν είναι να τις κλείνουμε αυτές τις εκκρεμότητες; Κι ας μου έλεγε ο Ν. πως δεν γίνεται να τα σκεφτόμαστε λογιστικά αυτά τα πράγματα. Χρεώνω την διάθεση και πιστώνω την παρόρμηση. Και έρχομαι σε ισορροπία. Ε Ν.; Και όταν έρθεις κάτω θυμήσου να πιούμε κανα τσίπουρο. Χωρίς γλυκάνισο βρε, το θυμάμαι. Και να τα πούμε όλα αυτά από την αρχή. Ήρεμα και γλυκά. Τις έχω ακόμα τις φωτογραφίες από τα χέρια σου ξέρεις. Και μου έδωσες κι ένα χαμόγελο λίγο πικρό μόλις είδα και τις υπόλοιπες που είχες τραβήξει. Δεν το είχα καταλάβει αλήθεια σου λέω. Αλλιώς θα φρόντιζα να σε κοιτάω με λιγότερη ένταση.
Να αφήσουμε κεφάλι σε χέρια στεγανά. Να ξεδιπλώσεις τα αχ σου στα μάτια μου. Να σκουπίσω τις σκληρές άκρες απ’ τα γένεια σου μετά που θα ξυριστείς απ’ το λευκό του νιπτήρα. Κάνω την εκποίηση και αναρωτιέμαι πως θα ‘σαι γυμνός απ’ όλες σου τις ντροπές. Τις οπλές σου στους ώμους μου. Πιάνω απαλά τα σημάδια στους κροτάφους σου. Κρύβουν μια ιστορία από πίσω. Από αυτές που τις λες το πρωί. Την ώρα αυτή. Που είναι σαν να κοιμηθήκαμε μαζί. Να σηκωθήκαμε με τα χείλια να τραβάνε ανυπολόγιστα καφέ πικρό με 2 τσιγάρα. Να καθόμαστε στον ίδιο καναπέ που τράβηξε ιδρώτες λίγες ώρες πριν. Με τα μαζεμένα αγγίγματα. Που βρίσκεις πιο εύκολο να μιλήσεις για τις ουλές απ’ όλα τα τρεξίματα της παιδικής σου ηλικίας. Να ακούσουμε λίγο Μέντελσον και μετά Λένον. Να τεντώσουμε πόδια, να ακουστούν ήχοι και μετά να φύγω για δουλειά με μισό χαμόγελο.
Ήθελα να σου πω μια καλημέρα. Εσένα; Σε ποιον ήθελα να την πω;
Δεν έχει να κάνει.

Καλημέρα μωρό μου.

Advertisements