Να ‘ναι βράδυ, νωρίς. Να με χορέψεις ένα βαλς γρήγορο. Να λαχανιάσουμε και μετά να με αποθέσεις στον καναπέ, να σου σκουπίσω τον ιδρώτα και μετά να με ξανατραβήξεις από το χέρι για ένα ακόμα χορό.
Το βαλς εκείνο, των χαμένων ονείρων, που τώρα δεν θυμάμαι συνθέτη.
Εδώ που είμαι, δυσκολεύομαι να σου γράψω, μα θαρρώ πως πια θα έχεις μάθει και αργεντίνικο τάγκο να μου δείξεις κι εμένα.

Είναι βράδυ, νωρίς. Ξετυλίγω περιτυλίγματα από σοκολάτες που μου κάνανε δώρο σήμερα. Τεντώνω τα πόδια μου να ξεκουραστούν από τη μέρα. Πιάνω τα μαλλιά μου ψηλά, τα δένω με μια κοκκάλινη λαβίδα και θρυμματίζω κομμάτια σοκολάτας με δάχτυλα λερωμένα.

Να μου βάλεις λίγο κρασί, κόκκινο από αυτό που παλιά σιχαινόμουνα. Να μου θυμίσεις πόση αγωνία κρύβανε τα βήματα μου πίσω σου “πάταγα εγώ στραβός μες στα νερά κι εσύ κοντά μου”.

Χαμογελάω μισά κι ανοίγω την βρύση. Το κεφάλι μου βρεγμένο, κολλημένες σταγόνες στις ψιλές ρυτίδες.

Χέρια τυλιγμένα
Ξεβάφω πορτοκαλί νύχια, καθισμένη στην πορσελάνη της μπανιέρας
Σκέφτομαι δυο εικόνες αφηρημένα
Στημένη σκηνή στην Μήλο
Ιδρώτας μεσημέρι, σ’ έχω
Μπορείς να με τελειώσεις χωρίς να νιώσω την ίδια γαμημένη αίσθηση πως κλαίω χωρίς κανένα ορατό σημάδι υγρών;
Σηκώνομαι και χτυπάω απότομα σε ταβάνι. Από μαύρο ύφασμα.
Εκείνο το μωρό που κλαίει βάλτε του κάποιος μια θηλή στο στόμα να ησυχάσει.
Και σήμερα φοράω μαύρα.
Κι έχω ένα κεφάλι θολό.

Είναι σκοτάδι μάτια μου πάντα σ’ αυτή την πλάση

Advertisements