Σήμερα το βράδυ θα ανάψω όλα τα φώτα. Η παράσταση θα δοθεί για μάτια κόκκινα. Θα βάλω το μακρύ, μαύρο βελούδινο φουστάνι. Χωρίς παπούτσια. Άσπρες πέρλες θα στολίσω. Και με βελούδινο καπέλο ακόμα. Θα ακούσω τον Κέιβ να τραγουδάει Κοέν. Θα κάνω σαν να έχουμε ξανά 23 του χειμώνα. Κι αυτή τη φορά θα χορέψω μόνη. Αλλά δε θα με νοιάξει. Ξέρω, νιώθω, τα μάτια σου ακουμπάνε, αγγίζουν. Στήνομαι μπροστά στον καθρέφτη, βάφω αργά καφέ σκούρα. Σου στέλνω ένα φιλί. Αν σε βρει, θα σου βγάλει ξεδιάντροπα την γλώσσα. Σε χλευάζει δεν το βλέπεις;
Τα μάτια πάνω μου. Με προκαλούν να κάνω όσες περισσότερες προκλήσεις αντέχει. Τεντώνω καλώδια να φτάσουν ως την άκρη της γραμμής αυτής. Μ’ ακούς; Η αλήθεια είναι ότι θα πιω εκείνο το λευκό, θα καπνίσω τρία τσιγάρα και μετά θα κοιμηθώ αργά, με τα μάτια να με κοιτάν γλαρωμένα πια.
Εκείνη την φωτογραφία στη λεωφόρο Νίκης “σαν ροκ συγκρότημα”, τις άλλες σε άσπρο – μαύρο με τα μαλλιά μου στρατιωτικά κοντά, πόσο σιχαίνομαι το λευκό που στεγνώνει στην κοιλιά μου, να μου τρίβεις τα δάχτυλα των ποδιών και να κλωτσάω σπασμωδικά, μη μ’ αγγίζεις, ο αυχένας μου κλαίει. Κανείς δεν είχε ποτέ την γεύση σου.
Θα γράφω, γιατί γράφω;
Ξορκίζω ή δαιμονοποιώ;
Βλέπω στον ύπνο μου τα πόδια μου τυλιγμένα ψηλά στη μέση σου, μετά ανάμεσα στις κνήμες σου και μετά να τραβάνε τον δρόμο έξω από το σπίτι σου σαν να είναι μια ευθεία. Άλλοτε είναι ντυμένα, άλλοτε γυμνά μα πάντα είναι πληγιασμένες οι φτέρνες.
Είσαι αγωγός δεν το ξέρεις;
Μέσα από σένα, με βρίσκω. Και μετά με χάνω. Και παραφυλάω για τον επόμενο. Που θα νομίζει ότι με βρήκε.
“Είσαι τρελή, μπέμπα”
Το έγραψε καλύτερα ο Γκιμοσούλης.
“Μόνο στην απουσία σου χωρούσα”

Advertisements