Ο τελευταίος συρμός αναχωρεί. Πάλι σε ψάχνω να στο πω, να σε ειδοποιήσω, να σε προλάβω μα έχεις ήδη εξαυλώσει φιγούρα και τώρα μένει μόνο ένας γκρίζος σωρός. Αυτές τις πρώτες μεγάλες ώρες θεριεύει η πίεση και μένει μόνο η παλιά σκουριασμένη στρόφιγγα να σου χάσκει στα μούτρα. Θράσος φίλε μου. Κι εσύ να την παλεύεις αλλά να μη λέει να γυρίσει χρόνια τώρα.
Κάνει δυο σβούρες στο στομάχι σου το ρακί με το μέλι. Ησύχασε σου λέω, μη μου σκιάζεσαι. Θα κοιμηθείς απόψε. Τις τελευταίες νύχτες δεν αντέχεις τίποτα πάνω σου. Ούτε κορμί, ούτε ρούχα. Μα πάντα ξυπνάς το ξημέρωμα και έχεις δυο ξεραμένες γραμμές στις άκρες των ματιών. Ανοίγεις και κοιτάς τις στέγες. Κεραμίδια, καμινάδες και κάτι περαστικά φώτα. Τούτη την ώρα είναι που έχει χάσει το δικαίωμα.
Πιες καταπραυντικά. Ό,τι βρεις. Και μην στριφογυρίζεις, πάλι ιδρωμένη θα ξυπνήσεις.
Έχω δυο κρατημένα κομμάτια σου βαθιά στο μυαλό μου. Τα ανοίγω, τα χαιδεύω. Ενίοτε τα σκοτώνω κιόλας.
Με βλέπεις;
Αλλάζω.
Πια.
Δεν με γνωρίζω.
Πια.
Και ούτε κι εγώ.
Πια.

Αγκαλιά.
Όχι.
Δύο.

Ζαλάδα, ημικρανία. Να κατεβαίνουμε εκείνη την σκάλα, να έχουμε την πόλη στα πόδια μας. Σκαρφαλώνω στο πλατύσκαλο και φοβάσαι. Σε κρατάω και μ΄αγκαλιάζεις μην πέσω.
Ξέρεις, τελικά χορταίνω αγκαλιές τελευταία.

Εγώ θα φλέγομαι
θ’ ανθίζω
θα γιορτάζω
θ’ ανατέλλω
Θα σε καίω
Θα καταστρέφω με τραγούδια της ψυχής σου το μπουρδέλο
Θα ανατέλλωωωωω

Advertisements