Τραβάω μια γραμμή με την μύτη της μπότας μου στην σκόνη του δαπέδου. Κάτι ενοχλητικοί θόρυβοι από το βάθος του μυαλού μου. Το φιμώνω. Ακονίζω τα μαλλιά μου και παριστάνω ότι δεν υπάρχει άκρη στον κόσμο. Κοιτάζω τα χέρια μου και βλέπω σημάδια. Γερασμένος κόπος. Από αυτούς που υπάρχουν ακόμα έτσι για το γαμώτο της προσπάθειας. Του χρόνου που περνούσε χωρίς όλα να αλλάζουν, παρά μόνο μερικά.
Με φωνάζουν. Στήλες ολόκληρες τα πρόσωπα με τα κομμένα αυτιά. Σκοτάδια και μια αλλόκοτη ησυχία. Έλα, πιάσε με θα χαθώ ξανά. Και πως θα με ακούσεις χωρίς;
Εκείνες τις φορές που θεριεύει η ανάγκη. Να είμαι το κοριτσάκι σου. Και να μπορώ να αφήνω το κεφάλι μου στα χέρια σου. Ξέρω μωρέ, μην το πεις. Αφού εγώ πρώτη το πήρα από εκεί.
Έλα να μου χτυπήσεις και να κατέβω όπως είμαι, με τη φόρμα και το κοντομάνικο κι ένα μαύρο παλτό από πάνω. Μόνο τα τσιγάρα μου και δυο καφέδες για το δρόμο να θυμηθούμε. Να κατεβάσεις ουρανό και να απλώνω χέρια στον ήλιο.
Οι δρόμοι. Ποιος χτυπάει; Είχα μήνες να σε δω. Χωρίς ειρμό γίνεσαι στόχος. Σε λίγο θα έρθει ο άστεγος να διεκδικήσει το παγκάκι του. Σήκω λοιπόν. Πάρε τα πόδια σου και κάνε αυτό που σου ΄ρχεται αυθόρμητα : Περπάτα. Κι αν σε τραβάει το τσιμέντο αγνόησέ το. Και την ναυτία. Φτιάχτηκες γι΄αυτό.
Κοίτα με. Δεν υπάρχω.

Advertisements