Πρωί. Λίγη ψύχρα. Περπατώ και ζεσταίνομαι. Βγάζω μπουφάν. Στέκομαι στο πέτρινο πεζούλι για να στρίψω τσιγάρο. Με το δεκανίκι στο στόμα προχωρώ. Παρατηρώ τριγύρω. Γυναίκες με ζαρωμένα στους αστραγάλους καλσόν. Άντρες με ορατή μυρωδιά νεύρωσης. Που χάθηκες; Έστριψα σε λάθος στενό. Θα σε ξαναβρώ όπως στο είχα πει. Κι αν δεν με γνωρίσεις δεν θα με νοιάξει καθόλου. Είναι από αυτούς τους διαλόγους που στήνω στο μυαλό μου. Από αυτές τις μουσικές που ακούω μονίμως με τον ήχο χαμηλωμένο. Ανεπάρκεια χρόνου, κόπου και υγρών. Μια παράξενη εικόνα, σαν θαμπή, σαν μισή, σαν ολόκληρη. Τοκ τοκ. Ποιος είναι;
Τώρα πες. Πες τα μου όλα. Κι αν τα ήξερα ήδη τι πειράζει;
Δεν είναι τίποτα. Μόνο πλησιάζουν οι μέρες που θα σε αγγίξουν μαλακά στον ώμο. Θα σε γυρίσουν προς το μέρος τους και θα αντικρύσεις ξανά όσα άφησες πίσω. Και άδεια. Άδειος. Γεννημένος ξανά. Έτοιμος.
Λόγια, κουβέντες και τραγούδια. Μισά βλέμματα και κρυφοί φόβοι.
Ανέβα στη σκηνή. Χρόνια ολόκληρα στην σκαλίζω. Και το ξέρω πως λίγο πριν κάνεις το βήμα εγώ θα έχω κλείσει την πόρτα πίσω μου. Ηλίθια κούραση θα μου ‘χει κόψει τα γόνατα. Δεν θα έχω άλλη αντοχή. Είναι η δική μου μαυροντυμένη φιγούρα. Που τα βράδια έρχεται, με ξυπνάει και με καθίζει απέναντί της να τα πούμε. Με ρωτάει αν την σκεφτόμουνα καθόλου και μόλις βλέπει τα μάτια μου να γεμίζουν, με χαϊδεύει απαλά στους κροτάφους. Και μου λέει πάντα τα ίδια. Πως δεν είμαι εγώ για φωλιές και θα ΄πρεπε πια να το ξέρω.
Τέτοιες ώρες θα ξυπνάς, θα ντύνεσαι, θα φιλάς το κεφάλι που όλη νύχτα ανέπνεε δίπλα σου και θα παίρνεις το δρόμο σου. Και λίγο πριν κλείσεις την πόρτα πίσω σου, θα κοιτάς φευγαλέα το σημάδι στον τοίχο.
“Και γιατί δεν μου το είπες; Τώρα τι λες; Προλαβαίνω;”

Πρωί. Λίγη ψύχρα. Καλημέρα σου είπα μωρό μου;
Πόσο λυπάμαι που δεν σε γνώρισα, αλήθεια..

I can’t seem to find the right lie
Insanity’s horse adorns the sky
Can’t seem to find the right lie
Carnival dogs consume the lines
Can’t see your face in my mind
won’t need your picture
Until we say goodbye

Doors και I can’t see your face in my mind..

Advertisements