Σειρές από ασπρόμαυρα πλακάκια, ραγισμένα τόπους – τόπους. Με σημάδια σκουριάς οι παλιές βρύσες. Μοναχικές σταγόνες ορίζουν τον χρόνο με αραιή αλλά αδιάκοπη ροή. Ο καθρέφτης είναι σκονισμένος. Τον καθαρίζει ίσα για να δει τον εαυτό του ολόκληρο. Και βλέπει. Ένα κεφάλι με αραιωμένα ξανθά μαλλιά. Ένα πρόσωπο στρογγυλό με ρυτίδες στις άκρες των χειλιών. Κάτι μάτια που χάσανε χιλιάδες χρόνια πριν την στρογγυλάδα τους. Είναι κουρασμένο. Ένα πλάσμα ταλαιπωρημένο. Έχει έρθει η ώρα του. Την προηγούμενη νύχτα αποχαιρέτησε τους ομοίους του. Πάνω στο βουνό, κρυμμένοι όλοι τους σε ρίζες ξεραμένων θάμνων ρουφήξαν τις τελευταίες σταγόνες. Μετά κίνησε για την τελευταία πτήση πάνω από την πόλη. Πάνω από τα φώτα και ίσια μέσα στα σύννεφα. Αποχαιρέτησε δρόμους και γωνιές. Δεν αισθανόταν λύπη. Ήταν φοβερά κουρασμένο.
Όλα αυτά τα χρόνια, σειρές από χαμένες ψυχές. Άλλες τις διάλεγε αυτό, άλλες τις άφηνε για τον σκοτεινό του αδερφό. Δεν χρειαζόταν να τον καλέσει. Το αόρατο σκοινί που τους έδενε τον ειδοποιούσε αυτό. Με ένα ενοχλητικό τράβηγμα. Μια διαπεραστική μυρωδιά, αψιά σαν μανιτάρι. Και ο αδερφός του ήταν δίπλα του. Τον κοιτούσε με μάτια σκούρα, αντιπαραβολή στο δικό του απαλό είδωλο. Έπιανε την χαμένη ψυχή από το χέρι και χανόταν στον ουρανό. Λυπόταν όταν συνέβαινε αυτό. Εκείνο τις ταξίδευε προς την Ανατολή, τις αγκάλιαζε. Είχαν πολλά κοινά με τον σκοτεινό του αδερφό. Αλλά όλα αντίθετα, καθρέφτης γυαλισμένος με αιχμηρές γωνίες.
Έσκυψε το γερασμένο κεφάλι του. Ο νιπτήρας με το ραγισμένο μάρμαρο σαν να του μιλούσε. Κοίταξε γύρω του. Το παλιό σπίτι που τον φιλοξενούσε τα τελευταία χρόνια – σε όρους ανθρώπινους ισοδυναμούσαν με μέρες, έτριζε στον αέρα. Το πάτωμα, ξύλινο και μεριές – μεριές φαγωμένο από σκώρο βογκούσε απαλά. Όλα θρηνούσαν γύρω του. Μα αυτός δεν ένιωθε λύπη. Ήταν κουρασμένος.
Περίμενε να έρθει η ώρα. Να νιώσει το τέντωμα του σχοινιού, την μυρωδιά.
Οι σταγόνες έπεφταν αργά, ανακατωμένες με σκουριά. Θυμήθηκε την μόνη ψυχή που τον ακολούθησε θελημένα. Τα μαλλιά της, μακριά και παράξενα πως ανέμιζαν καθώς πετούσαν ανατολικά. Αφηρημένα, σκούπισε τα χέρια του στα μάτια του. Αν ήταν ανθρώπινο πλάσμα θα είχε δάκρυα εκεί. Μα δεν ήταν.
Ένιωσε το τέντωμα. Σηκώθηκε όρθιος και αντίκρισε τον σκοτεινό του αδερφό. Τον πήρε από το χέρι και σταθήκαν μπροστά στον μισά ξεσκονισμένο καθρέφτη. Το σκοτεινό του μισό καθάρισε και την δική του πλευρά.
Άπλωσαν ταυτόχρονα τα χέρια τους μπροστά. Δύο εγχειρίδια με αστραφτερές λάμες υλοποιήθηκαν ταυτόχρονα στις χαραγμένες τους παλάμες.
Γύρισε και ξεκίνησε να κόβει την ρίζα του σκοτεινού αδερφού του. Αίμα σκούρο, κίτρινη χολή και μυρωδιά μήλων, μανιταριών χωμένων βαθιά στο δάσος. Δεν μπορούσε να δει ή να μυρίσει τον εαυτό του. Μα φανταζόταν πως στο τέλος, στο βάθος γινόντουσαν ίδιοι.
Πονούσαν και ο πόνος ήταν πιο έντονος όσο τελείωναν με την μια ρίζα και ξεκινούσαν την άλλη. Σφίγγαν τα δόντια και συνεχίζαν. Το σπίτι γύρω τους, οι τοίχοι, το ξύλινο πάτωμα, τα ασπρόμαυρα πλακάκια συντονιζόντουσαν σε μια ψαλμωδία. Οι άνθρωποι θα νιώθαν απλά έναν δυνατό άνεμο πάνω από την πόλη.
Μόνο ο καθρέφτης έστεκε ασάλευτος. Και έδειχνε ξεδιάντροπα τα δυο πλάσματα να κόβουν τα φτερά τους. Κάτι μακριά, κιτρινισμένα λευκά φτερά, με άκρες ξεφτισμένες. Όταν έπεσαν στο πάτωμα γίνανε σκόνη. Και τα δυο μισά του ίδιου έκπτωτου αγγέλου, καταδικασμένα σε αιώνια συλλογή χαμένων ψυχών αναστέναξαν χωρίς ήχο. Ελεύθερα. Άγγελοι πια. Ένα πια.

Ο τίτλος είναι δανεισμένος από το «Hey you» των Floyd.

Advertisements