Νύχτα. Νύχτα τη νύχτα. Χαράζει. Κρύο. Κάτι εργάτες ανάβουν φωτιά έξω από την οικοδομή. Κατεβαίνω το δρόμο. Δεν φόρεσα κάτι ζεστό από πάνω. Που πάω; Δεν έχει σημασία, προχώρα. Τους βλέπω να ζεσταίνουν τα χέρια τους. Μυρίζει καμμένο λάστιχο σαν κι αυτά που έκαιγαν γύρω από τις σκηνές να μην πλησιάζει τίποτα. Με την άκρη του ματιού πιάνω περαστικές σκόνες να αιωρούνται. Ψάχνω τσέπες. Προσπερνώ χαρτιά διπλωμένα, ταυτότητα, στυλό. Βρίσκω τσιγάρα. Είμαι πάλι 17 χρονών. Κόβω τα μαλλιά μου κοντά, να μείνει μόνο ένας πόντος δεξιά και μια τούφα αριστερά. Τα υπόλοιπα όρθια. Ξαναμικραίνω και γελάω λιγότερο. Πάλι δανείζομαι αγκαλιές, παλεύω να πείσω για επιστροφές και ποτέ δεν γίνονται δεκτές. Σιγοψιθυρίζω κάτι για τους ερωτευμένους σχιζοφρενείς, για ακροβάτες και μηχανές που σέρνουν τη νύχτα. Νύχτα τη νύχτα. Ο δρόμος ισιώνει, μακραίνει. Ήταν λέει. Η συνάντηση στην γωνία όπως τόσα χρόνια. Πίσω μου με σταυρώνουν να πάνε όλα καλά. Και δεν έχω καν την αντοχή να πω ότι δεν έχει σημασία πως θα πάνε. Αρκεί να πάνε. Εγώ το ξέρω, εγώ το έχω λύσει, εγώ το πιστεύω. Πως θα πάω βόρεια, γιατί ο Νότος δεν μου πάει. Δεν αντέχω τη ζέστη ρε φίλε. Ακούς έτσι; Κάτσε να δεις τι γινότανε. Θυμάσαι τότε που είχες φέρει εκείνη την σακούλα από την Ξάνθη; Και καθόμασταν βράδυ μέσα στ’ αμάξι με τα παράθυρα σφαλιστά; Πως γελάγαμε; Σαν να μην υπήρχε περίπτωση να ξημερώσει. Ρε συ δεν χώραγα. Ούτε τότε, ούτε τώρα.
Πολύ πρωί, τρένο για Μοναστηράκι. Δουλειά μέχρι το μεσημέρι και μετά μπύρες στους Διόσκουρους μέχρι που σουρούπωνε. Κάτι κουβέντες για ηχογράφηση θυμάσαι; Δεν είχε τόσο κόσμο τότε. Ήταν πιο ήρεμες αυτές οι γειτονιές. Μέσα στου Ψυρρή υπήρχαν μόνο κάτι μικρές βιοτεχνίες, μαγαζιά με φτηνά χαρτιά, αποθήκες και πουτάνες. Κάτι γερασμένες πουτάνες με ένα τσιγάρο μόνιμη προέκταση της νύστας τους. Κι όταν γυρνούσα φορτωμένη με κέρναγε τυρόπιτα και καφέ. Καμάρωνε που με είχε μαζί του, στο μαγαζί. Που με αγκαλιάζανε οι μεταφορείς, οι σιδεράδες, οι οδηγοί. “Η κόρη μου ρε, είδες πόσο μου μοιάζει;” Και όλοι μου χαϊδεύανε το μάγουλο και κλείνανε το μάτι. Αν του πηγαίναν κόντρα θα τους έσκιζε στο τάβλι και δεν έλεγε να πληρώνουν όλο αυτοί. Όταν μεγάλωσα με κέρναγε μπύρες. Και καμάρωνε. ”Η κόρη μου ρε, είδες πόσο μεγάλωσε; Κούκλα είναι και έχει και μυαλό εε; Πρώτη μαθήτρια είναι”. Όταν σε είδε για πρώτη φορά, ήταν εκεί στο ίδιο μαγαζί. Μπήκε και συννέφιασε. Κατάλαβε. Σου έδωσε το χέρι να σε μετρήσει κι από τότε σε μέτραγε λειψό. Λίγο. “ Τι έγινε αλλάξατε μαλλιά με την κόρη μου ρε, ανάποδα τα ‘χετε ο ένας μακριά η άλλη κοντά!” Περάσαν τα χρόνια έφυγα από το σπίτι. Και τα καλοκαίρια που γύρναγα κατέβαινα να δουλέψω και πια μου έδινε τσιγάρα από τα δικά του. “Έλα πάρε τώρα τσιγαράκι, που δεν βλέπει η μάνα σου και πες μου πέρασες κανα μάθημα ή όλο στα μπαρ είσαι; Κάτσε έρχεται ο Χρήστος ο μεταφορέας. Έχασε την γυναίκα του στο είπα;
-Να ρε, η κόρη μου είδες είναι και φοιτήτρια τώρα.”

Ακόμα εκεί είμαι μπαμπά. Μόνο που δεν βλέπει κανείς. Και σου κλείνω το μάτι, σε κερνάω ένα τσιγάρο από τα δικά μου και κάτσε να δούμε μπάλα.

Advertisements