Έψαχνα να βρω κάτι να πω. Να γεμίσω την κουβέντα. Γιατί η σιωπή είναι γεμάτη από μόνη της. “Φαίνομαι αστείος, γίνομαι αστείος”. Πάλι κλαίω τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Και γελάω τις ανάρμοστες. Μα τι κακό να μην συντονίζεις κορμί. Να φοράς εσώρουχα στο κεφάλι και να χορεύεις. Το έχεις δοκιμάσει ποτέ; Είμαι σίγουρη πως όχι. Μα αν δεν μπορώ να γελάσω με εμένα με ποιόν θα γελάσω; Γι’ αυτό σου λέω. Τις ώρες τις αστείες είμαι μεγάλο νούμερο. Και μ’ αρέσει καλέ…μ’ αρέσει πολύ.
Ενδοσκόπηση. Από πολύ νωρίς πονοκέφαλος. Ήταν πριν τα ξημερώματα που με ξύπνησε. “Έι ξύπνα, μην θαρρείς πως σε ξέχασα. Ξανάρθα”
Σηκώθηκα, άναψα τα φωτάκια και έστριψα ένα τσιγάρο. Πήρα την γνωστή θέση με τα γόνατα διπλωμένα και το κάπνισα μέχρι τέλους. Μετά άνοιξα τα παράθυρα. Έβαλα Cave να παίζει σιγά. “And anyway I told the truth and I ‘m not afraid to dιe”
Εντάξει λοιπόν. Αυτό δεν το φοβάσαι.
Afraid to shoot strangers ωστόσο;
Ο αυχένας μου διαμαρτύρεται. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτόν. Θα περάσει.
Τι λέγαμε; Α ναι πόσο αστείος αντέχει να γίνει κανείς.
Αν το σκεφτείς σε ένα τρίτο επίπεδο όλα αστεία είναι. Ακόμα και οι αυπνίες. Πως ποτέ δεν θα ξανακοιμηθώ καλά στη ζωή μου και δεν με ενοχλεί. Το συνήθισα κι αυτό. Οι αυπνίες, οι πονοκέφαλοι, οι ξαφνικές πτώσεις και τα τρελά γέλια είναι δικά μου. Όπως και κάτι ηλίθιες γκρίνιες. Κάτι κουραστικά παράπονα. “Mην πίνεις τόσο κοπέλα μου δεν κάνει, δεν είναι ωραίο μια γυναίκα να πίνει πολύ”. Τι άλλο; Α ναι. Και κάτι παράπονα, κάτι άλματα στη σκέψη, κάτι συνειρμοί που κανείς δεν ακολουθεί και μετά τα παίρνω που δεν με καταλαβαίνει. Νεύρα τις πιο άκυρες ώρες και αυτοκαταστροφές.

Βρες τε μου, βρες τε ένα παιδί
να ‘ν’ η καρδιά του ωκεανή
και ξεριζώστε του τα μάτια δίχως λύπη
βγάλτε τα μάτια του γιατί
δεν τα χρειάζεται να δει
αυτή την πόλη το χτικιό
που όλοι σε τρώνε ζωντανό

Αυτό κανονικά γράφτηκε για μια άλλη πόλη, αυτήν του Βερολίνου. Τώρα εμένα μου κάνει και για τούτη εδώ την πόλη που είναι όμορφη μόνο τα βράδια.
Έμεινα ξάγρυπνη μέχρι που ξημέρωσε. Και μετά πλύθηκα, έβαψα τα νύχια των ποδιών μου και βγήκα. Είναι παράξενο πως οι ώρες της αγρύπνιας στοιχειώνουν τις μέρες μου. Αλλά χωρίς να πονάει. Μουντά, σαν ανάμνηση παιδικών χρόνων. Καμιά φορά σκέφτομαι πως χωρίς αυτούς τους κραδασμούς θα περιφερόμουνα απλώς.
Τις ώρες που θεριεύει ο πονοκέφαλος, το μυαλό μου βγαίνει από το κεφάλι μου. Κάνει βόλτες στο ταβάνι, μιλάει με την αράχνη και θυμάται ιστορίες. Σήμερα μου είπανε οτι έχω χαμηλή πίεση. Και εγώ τους γέλασα. Ε αστείο δεν είναι;
Παλεύω τον ίδιο καφέ από το πρωί. Παλεύω τις ίδιες σκέψεις από το πρωί. Το παρόν κείμενο δεν έχει κανένα νόημα.
Θα καεί μόνο του.

Advertisements