Γελάω τρελά. Με δανεικό τίτλο ή καλύτερα κλεμμένο. Περιμένω. Αναμένω. Ανυπομονώ. Όλα τα α στερητικά είναι. Λίγη πρωινή παράνοια, λίγοι παραπάνω άνεμοι από το συνηθισμένο. Θα μπορούσε να συνεχιστεί για ώρες. Πες μου ό,τι θες. Όχι αλήθεια. Ανάβω τσιγάρα με τρίμματα καπνού, πίνω μικρές γουλιές κρύου καφέ. Χαιδεύω βιολέ μαλλιά και πιάνω αφηρημένα πρόσωπο. Χαζεύω έξω από το τζάμι. Έναν άντρα που περπατάει μαζεμένα, μια γυναίκα που γέρνει από το βάρος βαλίτσας. Συσσωρευμένη ενέργεια. Κάπως, κάπου, πότε; Είχα ένα τζην καμπάνα αγορασμένο από την αθώα μου πλευρά. Ένα μαύρο δερμάτινο με παραμάνες χαρισμένο από τον αγαπημένο μου ξάδερφο. Στις τσέπες του είχε κάτι παλιά Rizla. Ο Άσιμος τραγουδάει με φωνή άλλου πως “έψαξα πολύ για να το πω σε σένα κι έχανα πολύτιμο καιρό”. Ή αλλού πως “ίσως να ξανάρθεις όταν θα ΄χω πια χαθεί”. Όχι δεν μελαγχολώ. Χαμογελάω ρε, δεν με βλέπεις;
Αδυνατώ, αδυνατώ, αδυναμία; Σκέφτομαι πως. Γιατί δεν σταματώ ποτέ; Μικροί, μικροί θάνατοι. Σε λέρωσα; Δεν το ‘ θελα. Κράτα με φίλε. Κράτα με σου λέω. Δεν έχω τι να κάνω τα χέρια μου. Και κρέμονται άχρηστα. Τώρα τραγουδάει ο αρχηγός. “Cause she ‘s nobody baby now”
Λάστιχα ανοιγμένα με μαχαίρι από τα παλιά, που πια τα πουλάνε μόνο σαν αναμνηστικά. Αναμνήσεις μιας εποχής που αυτός με τα γένια της κάνει μνημόσυνα. Έφτιαξα ένα μικρό κουτί. Διάφανο με μαύρο καπάκι. Και χώρεσα μέσα του εισιτήρια, βότσαλα, καπάκια μπύρας και μικρά χαρτάκια. Μετά πήρα κόκκινο τούλι και έντυσα το κρεβάτι. Έστησα σκοινιά και στόλισα φωτάκια. Έκατσα στην παλιά μου καρέκλα και άναψα όλες τις αφές μου. Σε θυμήθηκα όπως δεν σε είχα δει ποτέ. Ακόμα;
Γρήγορα, γρήγορα να προλάβω, όλα αυτά που αλλάζουν και δεν με περιμένουν, τα κύματα, πότε γίνανε 40 και τελικά κι αυτό ψέμμα ήτανε ή μάλλον μισή αλήθεια ε;
Στιγμές, στιγμές, όλα στιγμές σου το λέω ξανά γιατί δεν με πιστεύεις, μυρωδιές και ζωώδη ένστικτα, σκέτη χημεία ρε συ.

-Kοπελιά να σου δώσω τίποτα;
-Να βγάλω τη νύχτα;
-Μπαα το επόμενο μισάωρο..
“Χάρτινο τσίρκο μόλις σε βρίσκω γέλια σκεπάζουν..”
Ανήμερα Πρωτοχρονιά, διάδρομος και κρύο, τα ποτά ποτέ δεν είναι αρκετά, χορεύω κάτι από Joy Division μόνη μου και γελάω, γελάω τρελά.
Η κάμερα τραβάει τους δυο τους. Σκαλώνει πόδια γύρω του, σκαρφαλώνει μέχρι τη μέση του. Όταν πέφτουν εκείνος είναι πάντα ψηλά. Και την κρίσιμη στιγμή του σφίγγει το κεφάλι, του το κρατάει ακίνητο. Τον θολώνει. Την αδειάζει.
Αυτό μωρό μου, είναι ο έρωτας.
“Αυτό που οι σκύλοι βαφτίσαν αγάπη”
Ή
“Όλα τελικά ξαναγυρνάν σε εμάς”

Σήμερα όλη μέρα ακούω στο κεφάλι μου φωνές.
Τινάζομαι.
Και βγάζω νύχια στο μεσημέρι.

*Με μισείς ή με λατρεύεις;
Άλλη μια ρακή ψημμένη από την Αμοργό παρακαλώ..

Advertisements