Κάτι παράξενα σχήματα στον άσπρο τοίχο. Λουλούδια, σκιές και μαχαίρια. Άπλωνες τα χέρια και βγαίνανε όλα σε αχνό γκρι. Γελούσα, πόσο παράξενα μου φαινόντουσαν όλα. Δεν μοιάζανε με τα πραγματικά. Ας πούμε, το μαχαίρι ήταν πιο τρομακτικό, τα δόντια του πιο κοφτερά. Ή ίσως απλά να ήταν όλα παράξενα γιατί ήταν καινούρια. Γυαλιστερά, σαν φωτογραφία που δεν την έχει αγγίξει κανένα λερωμένο ή ιδρωμένο δάχτυλο. Μετά έμαθα πως τις φωτογραφίες είναι καλύτερο να τις εμφανίζει κανείς σε ματ χαρτί. Έτσι δεν φαίνονται τα σημάδια. Και πολύ αργότερα αποφάσισα να μην εμφανίζω κανένα φιλμ. Μου σφίγγεται η ψυχή όταν ανοίγω το συρτάρι με τους σωρούς από τα μαύρα κουτάκια. Τις νύχτες ζωντανεύουν, παίζουν και κυλιούνται, ζηλεύουν τα πιο παλιά. Και μόλις παίρνει να χαράζει ησυχάζουν. Κάνουν πως κοιμούνται. Με πειράζεις και δεν ξέρω πώς να αντιδράσω. Να μη σε τρομάξω, να μην καταλάβεις πόσο παράξενα μου φαίνονται όλα. Ζωή; Καθημερινή; Μα δεν θυμάμαι σου λέω. Μόνο με τα χέρια προσπαθώ να σου μιλήσω, να σε κάνω να καταλάβεις. Κουράζονται, σκάνε με κρέμες εντατικής ενυδάτωσης προσπαθώ να τα συνεφέρω. Να μη σε πονάνε στην αφή. Ξέρεις, γι’ αυτό δε σου μιλάω. Για να μη σε πονάω στην αφή. Και μετά καμπουριάζω πλάτη, αναμένω χάδια. Μου λες εντάξει τώρα δεν θα πονάει πια. Και μετά σου γυρνάω πλάτη, αναμένω τα αντίο. Μόνο που αυτή τη φορά δεν θα ‘ρθουν. Ξέρω, ξέρω δεν καταλαβαίνεις. Μα δεν γίνεται να είμαι πιο κατανοητή. Πετάω από βράχο σε βράχο, γαντζώνομαι σε εξέδρες και σπάω νύχια με το να κρατιέμαι. Από το βάθος σκυλιά κλαίνε σαν να τα δέρνει αόρατο αφεντικό. Κολλάει το βρεγμένο μου τζιν στα πόδια και με εμποδίζει. Το βγάζω και συνεχίζω να πετάω. Κάπως σαν παλιά, τότε που καθόμασταν όλοι στο μπαλκόνι. “H καύτρα σου φωτίζει το πρόσωπο”. Πετάω ρε φίλε, πιάσε με.
Γέλια, πολλαπλοί συνειρμοί, τον βλέπω να την πιάνει από τη μέση. “Θα ανέβω στο παγκάκι, στο κράσπεδο του πεζοδρομίου, στην κολώνα του δήμου, θα πετάξω ρε φίλε”. Θα σκύψω να σε χαϊδέψω μόνο όταν χαμηλώσω την πτήση. Κι αν δεν είσαι ακόμα εκεί, να θυμάσαι μόνο πως προσπάθησα. Είναι φορές που θέλω μόνο να κοιτάω. Γιατί με διακόπτει ο καιρός; Ο χρόνος; Έχω πολλά να σώσω; Σπασμένες κούκλες, χωρίς κεφάλια και με πόδια μπογιατισμένα. Δεν, δεν , δεν…………………………………………………………………………………………………………………..
……………………………………Πετάω

Advertisements