Σηκώνομαι νωρίς. Τεντώνω καλσόν και το φοράω αργά.
Ανακατεύω μαλλιά και τεντώνω χέρια. Να, κι αν θέλω θα πιάσω ουρανό. Στρίβω τσιγάρα, μετράω σκουπίδια και σταγόνες στις οροφές περαστικών αυτοκινήτων.
“Την ώρα που γεννιόμουνα σχολάγανε οι μοίρες”
Σιγομουρμουράω και γελάω. Σιγά όμως κι αυτό. Έρχεται η μέρα του. Και θυμάμαι πως όλα ήταν θολά και ακαθόριστα ζυγά. Μπερδεύω δάχτυλα και μπούκλες. Κόκκινα αλκαλικά τα νύχια. Πρόβες για να σου γρατζουνάνε πλάτη και ώμους. Να μένουν τα σημάδια. Οριοθετώ την περιοχή μου σαν τα σκυλιά.
“Μονάχη μου καθόμουνα κι απ’ τη ζωή κρατιόμουνα, κρατιόμουνα σ’ ένα καφάσι μπύρες”
Γελάω πιο δυνατά. Είναι που ξέρω το μυστικό. Σαν να σε βλέπω να με κοιτάς απορημένα.
Βγαίνω στο δρόμο και αγγίζω κρυφά τα κάγκελα. Μεταλλικά κομμάτια διαπερνούν τις παλάμες μου , ηλεκτρικά τραγούδια τα αυτιά μου. Κι είναι πάλι όπως παλιά.
“Στον κόσμο που ‘ρθαμε χορτάσαμε γκρεμό”
Κάτι Κυριακές σερνάμενες, κάτι ξημερώματα Σαββάτου μεθυσμένα, κάτι Δευτέρες στραβές και ζαρωμένες.
Πως φαίνομαι άμα ξυπνάω; Θα μου πεις;
Μάτια μισοβαμμένα και μαύρες σκιές εκεί που παλιά γυαλίζανε ρυτίδες.
Για μένα. Μόνο για μένα ακούς;
Να ζεις.
Θέλω.

Advertisements