Κόκκινος θυμός. Πέφτουν μπροστά στα μάτια μου οι λέξεις. Τρέχουν. Φεύγουν άπιαστες. Και δεν εξατμίζονται. Επιμένουν να είναι εκεί. Έκλεισε μισός χρόνος που ξεκίνησε αυτή η θεραπεία. Και δεν βρίσκω ακόμη τις αιτίες. Μόνο αφορμές. Πόσο εύκολο είναι να φταίει πάντα η ψευδαίσθηση των άλλων και ποτέ η δική σου αδυναμία; Πάρε πρωτοβουλίες, πάρε ευκαιρίες, κάνε επιλογές. Γόνιμο άγχος, παραγωγικό που μας ταίζανε στο σχολείο. Μπούκωσα. “Θέλω να καθίσω σ’ ένα καφενείο που να βλέπει θάλασσα”. Ναι. Και να κάνει κρύο, να πίνουμε κονιάκ, να ’ρθεις και να στα πω όλα. Σιγά – σιγά αλλά όλα. Αυτά που είναι κρυμμένα όλα αυτά τα χρόνια. Να ξεκουραστώ για λίγο “για τοσοδούλι”. Και να μην ψάχνω πια μέσα στις λέξεις των άλλων παρηγοριά, συγκέντρωση, ειρμό και τέλος. Δεν έρχεται το τέλος, πρόσκαιρη βοήθεια αλλά όλα αυτά τα άφησα πίσω χρόνια πριν. Ήθελα να πω σε μια κοπέλα που είδα μέσα στο τελευταίο βαγόνι να σταματήσει να το κάνει αυτό στον εαυτό της δεν είναι η λύση το ‘κανα κι εγώ και γιγαντώνει απλά την έλλειψη. Και δεν της είπα τίποτα, το βούλωσα ως συνήθως μόνο την κοίταζα σαν παραπονεμένο γατί μέχρι που φοβήθηκε. Κατάσταση ομηρίας όλη η καθημερινότητά μου. Απόδραση, φυγή και ηθελημένο πισωγύρισμα. Γιατί όταν θυμώνω τα βλέπω όλα κόκκινα; Νομίζω ότι αυτή τη φορά σε πίστεψα.
Στροβιλίζομαι τινάζω χέρια χορεύω δάχτυλα συστρέφω καρπούς απλώνω μαλλιά λικνίζω λεκάνη τελειώνΩ
Χωρίς εσένα.
Και ούτε καν για εσένα.

Μιλάει η arachne.

Advertisements