Όλη νύχτα στριφογύριζε στο μυαλό της. Οι νύχτες μακρύνανε απότομα κι όχι δεν φταίει που έγινε χειμώνας. Εξάλλου ακόμα δεν έχει καταλάβει ότι είναι χειμώνας. Δεν κάνει κρύο, δεν χιονίζει. Μόνο η μοναξιά είναι χειμωνιάτικη. Εδώ οι λέξεις επαναλαμβάνονται. Θέμα έμφασης; Ή απλά στέρεψε ο νους;
Κάτι παλιά καλοκαίρια σε καράβι κι ο αέρας να φυσάει δαιμονισμένα. Και μόλις ξημερώσει θα βγούμε Ικαρία. Όλο το βράδυ στο κατάστρωμα να μας μουσκεύει το κύμα και να μας πατάνε τα σλιπινγκ μπαγκς οι περαστικοί. Είχε μποφόρ αλλά τόσα γέλια χρόνια είχα να θυμηθώ.
Τώρα γυρνάει μες στο άδειο σπίτι. Ξυπόλητη στο πάτωμα ανατριχιάζει, μουδιάζει κι είναι ωραία. Κάνει σβούρες και της χαϊδεύει τους αστραγάλους ο ποδόγυρος. Κάθεται στο παλιό σκαμνί του πιάνου και παίζει με άκαμπτα δάχτυλα τις πρώτες νότες από το Fur Elise. Είναι οι μόνες που θυμάται από εφτά χρόνια πιάνο σε άχρωμο ωδείο και με στεγνή καθηγήτρια. Τα δάχτυλα πονάνε. Σκουριάσανε πια. Οι χόνδροι πρησμένοι και τρεμάμενοι. Θυμάται τις εξετάσεις για την μέση. Τα κλάμματα που την πιάσανε και έφυγε τρέχοντας από την σκηνή. Τις φριχτές συναυλίες που την βάζανε να συμμετέχει με το ζόρι γιατί «ήταν πολύ καλή και έπρεπε να καταπολεμήσει την δειλία της». Ποιος είπε ότι ήθελε; Το θόρυβο που έκανε το κλαβιέ όταν το χτυπούσε.
Τώρα γέρνει λίγο πλάτη και σηκώνεται. Άλλες δύο στροφές στον ακίνητο αέρα. Εφτά. Είναι ο αριθμός. Εφτά χρόνια για το καθετί. Εφτά και τα σημάδια, από δύο μόνο έτρεξε αίμα. Διώχνει εικόνες.
Τα βράδια στην ταράτσα πόσο θέλει να φτάσει κάτω; Δεν έχει σημασία καλά να πάθεις αφού δεν πήδηξες τότε που έπρεπε.
Κι όμως όσο το σκέφτεται καταλαβαίνει ότι πήδηξε. Και πέταξε και προσγειώθηκε κι από τότε κουτσαίνει ελαφρά στο αριστερό γόνατο.
Η τάξη των ακροβατών είναι λειψή χωρίς εκείνον. Και ποιος θα κρατήσει το απουσιολόγιο πλήρες;
Μια άνοιξη σαν ποίημα του Έλιοτ, σαν πίνακας του Νταλί. Δρομολόγια μέχρι τα άλλα σχολεία να βρούνε τους υπόλοιπους καταραμένους και τα βράδια να ανεβαίνουν στο βουνό. Κυρίαρχοι. Στα δεκάξι τους χρόνια. “Να μη σε ξαναδώ να κλαις για αυτόν τ’ ακούς;”
Ανοίγανε χέρια κι αγκαλιάζανε τις μέρες τους. Απλωνόντουσαν σε ξένα δρομάκια φεύγανε τρέχοντας να μην τους δει κανείς. Αλάνες και παιδικές χαρές. Φιλιά στα κρυφά, τσιγάρα στα κρυφά , μεθύσια στα κρυφά. Και γέλια δυνατά να τρομάξουνε τον χρόνο.
Μα πότε τρόμαξε ο χρόνος;
Τώρα τρομάζει η ίδια. Με την ησυχία, με τον παγωμένο αέρα, με τα τηλέφωνα που παίρνουνε ζωή, με όσα είχε πει ότι θα φτιάξει, με εμμονές που ξυπνάνε μόνο μεσημέρια.
Πότε τρόμαξε ο χρόνος;
Πότε;
Αγώνας. Ενάντια στον μόνο εχθρό. Τον χρόνο. Κι όσα της μάθανε χρόνια πριν οι σύντροφοι, τσίχλες, νερά και βούτυρο-κακάο είναι τελικά λειψά. Δεν βοηθάνε.
Φτου και βγαίνω.
Δεν τα φυλάω εγώ.

Advertisements