Ησυχία. Σκοτάδι και ένας ήχος τηλεφώνου. Πρέπει να το κλείνω τις νύχτες. Τίποτα καλό δεν έρχεται τις δύσκολες ώρες τους. «’Έρχεσαι; Ωραία.»
‘Όχι δεν έρχομαι. Δεν ήρθα ποτέ. Δεν σ’ αγκάλιασα ποτέ, δε σου δάγκωσα τον ώμο κι ούτε αρπάχτηκα απ’ το λαιμό σου ποτέ.
Αργότερα είδα στον ύπνο μου ότι φορούσα ένα μαύρο μακρύ φουστάνι. Κάτι κόκκινες δερμάτινες μπότες, ψηλές μέχρι το γόνατο. Προχωρούσα ίσια καταπάνω σου, μα δυο βήματα πριν σε φτάσω λύγισε το αριστερό μου πόδι. Κοίταξα κάτω και έπιασα το τακούνι μου με δυο δάχτυλα. Σπασμένο τακούνι, σπασμένες απόπειρες προσέγγισης. Σήκωσα το κεφάλι μου και σε κοιτούσα. Έστεκες θολός, απόμακρος. Τέντωνες τα χέρια σου σαν να ’σουνα ένας άνθρωπος μισός. Χωρίς εμένα. Ψέμα κι αυτό. Πάντα ολόκληρος ήσουνα.
Όχι, όχι μη μου λυπάσαι. Δεν συμβαίνει κάτι. Μετά ξύπνησα, σηκώθηκα και άναψα τσιγάρο στα σκοτάδια. Φωτίστηκαν και διαλύθηκαν οι ψευδαισθήσεις. Γιατί το γεγονός που συμβαίνει είναι ότι όλα απλά είναι. Και τα υπόγεια κίνητρα των ανθρώπων, χρόνια χαραγμένα στο κεφάλι τους είναι φοβερά παρωχημένα. Δεν ήρθα ποτέ λοιπόν. Θα έρθω όμως. Ξέρω θα μου πεις με παράπονο «σιγά μην έρθεις». Όταν θα κατέβω τα σκαλιά και σου χτυπήσω σιγά την πόρτα θα σταθείς σαν να ήσουνα μισός. Και η αγκαλιά θα είναι στενή.

Advertisements