Κόσμος, τηλέφωνα. Ετοιμάζει που θα στριμώξει τις μοναξιές του.
Χρόνια πριν το μεγάλο ξύλινο τραπέζι είναι στρωμένο με κόκκινο τραπεζομάντιλο. Τα είχε φροντίσει όλα. Να μαγειρέψει κουνέλι με την συνταγή της γιαγιάς της, πεθαμένη χρόνια πριν γεννηθεί. Να φτιάξει σουφλέ με συνταγή δική της. Να αγοράσει κρασί κόκκινο και πούρα που του αρέσανε. Του είχε πει να είναι εκεί νωρίς. Το σπίτι ήταν άδειο. Ζεστό πολύ. Οι μουσικές ήταν δικές της. Τις ήθελε δυνατές να της ενοχλούν τα αυτιά. Όχι ησυχία σήμερα. Σήμερα θα πάλευε την αρχέγονη αποστροφή προς τα Χριστούγεννα. Είχε γενέθλια, έκλεινε τα 20. Πέρασε ώρες στο μπάνιο. Κάπνισε τσιγάρα να διώξει την άσχημη γεύση. Θύμωσε με τον εαυτό της.
Τρώγανε αντικριστά. Εκείνος δηλαδή. Εκείνη ανακάτευε την σαλάτα με το κρέας. Της μιλούσε ώρα πολλή. Δεν του απαντούσε με ολόκληρες προτάσεις. Κάποτε της έπεσε το πιρούνι στο πάτωμα. Τότε μόνο γύρισε να την κοιτάξει.
Κλαις;
Λίγο.
Γιατί;
Δεν ξέρω.
Να αλλάξω μουσική;
Καταφατικό νεύμα.
Σηκώθηκε, βγήκε από το σπίτι. Έκλεισε την πόρτα πίσω του και παγωμένος αέρας της σκάλας της θέρισε τα πόδια. Συγκεντρώθηκε στις άκρες των δακτύλων της. Ντυμένες με μαύρο δίχτυ. Είχε βγάλει τις μαύρες γόβες από νωρίς. Έπιασε να στρίψει ένα ακόμα τσιγάρο. Αγνόησε τα χέρια της που τρέμανε. Άκουσε την πόρτα. Σήκωσε το κεφάλι της και τον είδε με μια υποψία παγώματος στα μάγουλα. Κουβαλούσε την κιθάρα. Ήταν ο τρόπος του να αλλάξει μουσική , να αλλάξει διάθεση, να αλλάξει χρόνο. Συνέχισε να δακρύζει σταθερά, όσο εκείνος έπαιζε. Ούτε μια φορά δεν τραγούδησε εκείνο το βράδυ. Αργά θα κοιμόντουσαν μαζί.
Το βράδυ των εικοστών της χρόνων.
Από κείνο το βράδυ της σφίγγεται η ψυχή, στα μαύρα ρούχα, στο μαγειρεμένο κουνέλι, στην μυρωδιά των πούρων.
Τώρα έχει την κιθάρα σε μια γωνιά στο πατάρι. Της λείπει μια χορδή. Είναι εκείνη που στόλισε τον λαιμό του εκείνο το βράδυ. Καθόταν απέναντί της στον καναπέ.
Ακόμα κλαις;
Λίγο.
Γιατί;
Γιατί έχεις κλείσει τα μάτια σου για ώρα και μ’ έχεις αφήσει απέξω.
Έγδυσε τα πόδια της από το μαύρο δίχτυ. Σηκώθηκε αργά και έκανε μερικές στροφές αργά, γύρω από τον εαυτό της.
Είσαι πολύ όμορφη.
Αλλάζει η διάθεσή μου.
Είναι η μουσική.
Είναι που ξέρω ότι θα είσαι για πάντα δικός μου.
Έβαλε κομμάτια καθρέφτη στα μάτια του. Γυαλίστηκε εκεί για ώρα. Η χορδή του πήγαινε.
Αναπνέεις ακόμα μέσα μου.
Την κοίταζε αιώνια ερωτευμένος.
Από κείνο το βράδυ των εικοστών της χρόνων.
Στάθηκε απέναντί του για ώρα. Τον παρατηρούσε. Τα μακριά του δάχτυλα με το σημάδι από το δικό της δαχτυλίδι. Το στόμα του. Το σκουλαρίκι του σκορπιού στο αριστερό του αυτί. Πήγε κοντά του. Τον μύρισε. Τον άγγιξε με παγωμένα χείλια στον κρόταφο.
Μ’ αγαπάς.
Με θέλεις.
Τα ρούχα του κάηκαν σε μια μεγάλη φωτιά στο βουνό κάτω από τα ραντάρ.
Ο ίδιος ακούει κάθε πρωί τον όρθρο από το μοναστήρι. Ένα είδος κοσμικού, μαύρου χιούμορ. Τις Κυριακές τον σκέφτεται. Από κείνο το βράδυ των εικοστών της χρόνων.

Turn to me, turn to me, turn to me
Turn and drink of me
Or look away, look away, look away
And never more think of me

For no more shall we part.

Advertisements