Αϋπνία.
Αγρύπνια της κόλασης κήτος
Σε κάνει να τα βλέπεις λίγο παράξενα όλα. Σαν να χάνονται φιγούρες στο πλάι των ματιών σου. Σαν να λιγόστεψε ο αέρας. Βαριά ανάσα και πρησμένα μάτια. Σαν κάτι θέλω να πω αλλά μόνο με τα χέρια μπορώ. Και τα απασχόλησα πολύ χτες. Ήταν άγρια στην αφή αλλά θα ημερέψουν με τις νύχτες. Αν θα έρθουν οι νύχτες. Κάτι μπερδεμένα σεντόνια λευκά, κάτι κορμιά παράξενα δεμένα. Στο ‘χα πει ότι θα το γράψω όλο αυτό έτσι δεν είναι; Είναι ο τρόπος μου μωρέ, να το περάσω στην μνήμη μου. Γιατί αυτή τη φορά δεν θα ξεχάσω. Γιατί ξέρω ότι πάλι δε θα θες να μου θυμίσεις.
Άιντε εκεί ψηλά, ψηλά στην Ανδρομέδα
Αν απλώσω τα χέρια μου, να, λίγο θέλω και θα σ’ αγγίξω. Και που είναι άγρια, σκασμένα και με σημάδια από πληγές που μολύνθηκαν και δεν έκλεισαν ποτέ σωστά, τι πειράζει;
Κρυώνω. Είναι που δεν έχω κοιμηθεί λεπτό, είναι που έχει περάσει καιρός από την τελευταία φορά που ξεκίνησε. Είναι που μου κόλλησε να το διαμελίσω στα αρχικά κομμάτια του. Μάλλον είναι που πάνε χρόνια ε;
Μάλλον είναι που έχω τόσες ιστορίες να σου πω. Αυτές με το αμφίβολο τέλος που λέγαμε.
Δεν προσέχω.
Δεν με προσέχω.
Καλό ταξίδι.
A song to say goodbye ξανά και ξανά και ξανά

Τυφλός είναι κι εκείνος που κάνει ότι δεν ξέρει
Πως πίνει απ’ το πηγάδι το σκοτεινό
Που ότι τον κατατρώει ανάγκη το ‘χει κάνει
Ή στην αυλή το κρύβει, να ξεχαστεί


(Bιολέ σαν τις τούφες στα μαλλιά μου)

Advertisements