Μικρές ιστορίες με αμφίβολο τέλος. Δοκιμάζω συχνά. Και δε με παρηγορεί που δεν έχουν πολλούς πρωταγωνιστές έγχρωμους. Τους ήθελα. Ήθελα μια ολόκληρη συμμορία. Σαν του Ταραντίνο όλους τους κυρίους και την μία κυρία. “ I don’t tip”.
Ούτε κι εγώ. Απλώνω χεράκια στο ταβάνι. Κουνάω δάχτυλα ποδιών, ντυμένα με μαύρο δίχτυ. Τραγουδάω πρώτη φωνή. Δυσκολεύομαι λίγο αλλά μ’ αρέσει ο ήχος. Όλα τα τραγούδια του Λοίζου μου φέρνουν στο νου εικόνες από στενά πλακόστρωτα, ανθισμένα γιασεμιά και κιθάρα. Όλα μαζί δηλαδή. Εικόνα, μυρωδιά και ήχος.
Σηκώνομαι και ψάχνω μια άλλη μουσική. Να έχει ακορντεόν, σαν γαλλικό σινεμά. Όχι άλλαξα γνώμη. Θα βάλω Τρύπες. Ν’ ακούσω κάτι από παλιά, να ΄χουν περάσει χρόνια να μη μου θυμίζει τίποτα από το τώρα. Το τώρα είναι το αμφίβολο τέλος. Καμιά προβλεψιμότητα πια. Μόνο γκρίζα άσφαλτος, φρεσκοστρωμένη να μυρίζει.
Σήμερα έβαλα εκείνα τα παιδικά κοκαλάκια-πεταλούδες και βγήκα χωρίς όπλο. Ή μήπως το πήρα και δεν το θυμάμαι; Δεν έχει σημασία, δεν νομίζω να μου χρειαστεί. Στροβιλίζω τακούνια και παίρνω στροφή. Μπρέικ ντανς λοιπόν. Δεν προσπαθώ, θα έρθει μόνο του. Κι εκείνοι που κοιτάν πίσω από το στολισμένο με ψόφιες μύγες τζάμι, θα βαρεθούν και θα φύγουν. Πες. Όχι πες δε σε διακόπτω. Πες ότι θες.
Να ακούσω, να μυρίσω, να πιάσω, να αισθανθώ. Δεν είναι εκείνος που μου λείπει. Είναι το συναίσθημα. Δηλητήριο λοιπόν. Του σκορπιού. Από κείνο που μπορεί να σε σώσει. Ή να σε στείλει. Και με τα δυο πορευόμαστε.
Άντρες πρωταγωνιστές. Σελίδες ολόκληρες να ξερνάνε, να μπλέκουν γένια σε αγκαλιές. Έτσι όπως μόνο εκείνοι αποχαιρετιούνται. Αυτό που θα κρατήσω είναι το πώς καπνίζουν. Και καμιά φορά χαμογελάνε. Άραγε να φωτίζει βλέμμα τότε;
Αναδεύω, σκαλίζω. Κι ανοίγω τα παράθυρα.
Θέλω να ‘ρθεις και να με βρεις να κάτσεις να τα πούμε..
Και πρώτη και δεύτερη!
Αμέ!

To κείμενο είναι κάπως για τον Μαρκήσιο που μου θύμισε το Λοίζο και κάπως για τον Έρωτα που περνάει από το στομάχι που κάθε του σχόλιο μου θυμίζει ολόκληρα κείμενα που δεν έγραψα ακόμα.

Advertisements