Πρώτα το δεξί, μετά τ’ αριστερό. Ένα βήμα τη φορά. Έτσι ξεπερνάς τα πιο βαθιά σκοτάδια. Εκείνα που οι ψαράδες τοποθετούν λίγο πριν την αυγή. Μια χαρακιά την ημέρα λιγότερη λοιπόν. Και θα ‘ρθει ο καιρός που θα καμαρώνεις τα χέρια και τα πόδια σου λεία, καθαρά. Χωρίς σημάδια με πηγμένο αίμα, χωρίς μαύρα ρούχα, χωρίς αλυσίδες και παραμάνες. Απαλλαγμένος από τα περιττά στολίδια των χρόνων που άφησες πίσω σου. Τα δαχτυλίδια πέφτουν με ορμή στο πήλινο δοχείο και σωριάζονται, πτώματα ξεραμένα από υγρά οι μέρες του. Ανοίγω ντουλάπια και βλέπω σκονισμένα χαμόγελα. Κάτι μάτια μπλε ανοιχτά, κάτι μαλλιά μπλεγμένα με ασημένια στολίδια. Κάτι δάχτυλα λεπτά με περίεργες ενώσεις, κάλους κι άλλες χαρακιές. Θυμάμαι το στράγγισμα της πληγής. “Σε θέλω”. Μέχρι πότε; Μέχρι όποτε. Ολόκληρες τούφες από μαλλιά στα χέρια του και κόκκινη γροθιά τα δικά σου. “Την πίκρα που ‘χω μες στο στόμα πιες”. Σπρωξιές. “Δε θα ξαναφύγεις ποτέ, αν δεν το ξέρω εγώ”.

Εγώ δεν το έμαθα ποτέ, όταν έφυγες.

Advertisements