Έλα πιάσε με από το χέρι. Μη νοιάζεσαι για τα νύχια που δεν είναι πια μακριά. Θα ξαναβγούν. Είναι που στην χτεσινή κρίση μείνανε γερμένα στην ντουλάπα. Σκεφτόμουνα λίγο πριν κοιμηθώ ότι δεν θ’ αντέξω να δω κι άλλο αρρωστημένο όνειρο. Τους τελευταίους μήνες όλα τα όνειρα μοιάζουν ίδια. Με ένα χρώμα κίτρινο, μια μυρωδιά καλωδίων και μια ανάσα ζεστή του πυρετού.
Βδομάδες παλεύω την μισοτελειωμένη ιστορία. Μα δεν θέλει να πάρει τέλος. Έχει σηκώσει το φολιδωτό της κεφάλι και σφυρίζει πρόστυχα κάθε που πάω να την πλησιάσω από πίσω. Έχει αποκτήσει ανεξαρτησία και μάτια παντού.
Πολλά τα τσιγάρα, λίγα τα λεφτά. Για τα διόδια εννοώ. Το πολύ να αντέξω άλλο ένα ή δύο. Μετά θα γυρίσω εκεί που ξεκίνησα. Έχω την ίδια ανόητη αίσθηση ότι καταλαβαίνω, ότι με καταλαβαίνουν. Σαν να έχεις πιει μια θάλασσα κι όλα μετά γίνονται κατανοητά. Αποσύρεσαι με τα πόδια μαζεμένα και γέρνεις το κεφάλι χαμογελώντας. Εστιάζεις μακριά, κάπου πράσινα για να ξεκουράσεις βλέμμα.
Οι καπνοί πυκνώνουν, η όρεξη λειψή. Και μια εσωτερικά μανιασμένη ανάγκη. Εκεί που σε είχα πιο κρυφά από ποτέ. Και εκεί που θα είσαι για πάντα. Πιο κρυφά; Πιο βαθιά; Δεν έχει σημασία.
Κρυφά με κοιτάζει. Ξέρω τι σκέφτεται. Κι εγώ όταν ξαναγίνομαι γυναίκα το ίδιο με εκείνον σκέφτομαι.
To my boat on the river, I need to come down, I need to go down
Παραπονιάρικα τραγούδια.
Πιάσε με σου λεω. Αυτή τη φορά δε θα τραβηχτώ.
Και κρατάω πολλά να σου πω. Κάτι όμορφες ιστορίες. Κι αν έχουν λυπημένο τέλος δε θα μου στεναχωρεθείς καθόλου. Έχω κρύψει τσιγάρα και κονιάκ για το δρόμο. Κι όσο ανοιγόμαστε θα σου τραγουδάω. Θα κάνω τα χαζά μου. Θα χαμογελάς και θα σου λεω να μην κάνεις άλλο θόρυβο, θα μας ακούσουν και ποιος ξέρει που θα σε στείλουν μετά;
Έχω χρόνια να σε δω. Έχω μήνες να περάσω από το σπίτι σου. Έχεις μέρες να με δεις στον ύπνο σου;

Advertisements