Αυτή η κούραση που σου λύνει τα γόνατα. Σαν να περπάτησες χιλιόμετρα στενών ψάχνοντας να βρεις τον κατάλληλο κάδο σκουπιδιών. Έναν να χωράει όλες τις πλαστικές σακούλες που κατά καιρούς μαζεύονται στο ίδιο συρτάρι της κουζίνας. Μ’ έναν μαγικό τρόπο όλα εκείνα τα βράδια που απειλούν με εσωτερικά ψιλόβροχα, αυτές οι σακούλες σώζουν. Αποφεύγονται κρίσεις πανικού. Σκριτς – σκρατς. Και η ανάσα ξεδιπλώνεται. Και τα γόνατα παύουν να παραπονιούνται. Σκριτς – σκρατς. Και ισιώνει η πλάτη. Έξω το στήθος και ψηλά το κεφάλι. Όπως μου ‘λεγε η μάνα μου παλιά.
Μην καμπουριάζεις παιδάκι μου
Κι εγώ ξεφυσούσα .
Άσε μας ρε μάνα.
Τόσα χρόνια και πάλι τα ίδια ακούς. Μεσημέρια με τέρμα τη μουσική, ο Σιδηρόπουλος να τραγουδάει «έξω ο καιρός βροχερός, λέω να βγω να μη βγω». Και τα βράδια ραδιόφωνο στα σκοτεινά .Πανούσης, Πιλαλί και ένας περίεργος τύπος σε έναν πειρατικό σταθμό που κάθε βράδυ διάβαζε ολόκληρα κείμενα. Έσπαγε η φωνή του κι όταν τέλειωνε έβαζε πάντα Morrison. Αυτόν που έγραφε ότι η αληθινή ποίηση δεν σημαίνει τίποτα απλά χτυπάει τις πιθανότητες.
Σηκωνόμουνα και κρεμιόμουνα η μισή από το παράθυρο να καπνίσω. Με το ένα αυτί τεντωμένο μήπως σηκωθεί κανείς. Άλλα βράδια σκαρφάλωνα και έβγαινα στο μικρό πλάτωμα να δω φεγγάρι και φώτα της πόλης. Πάνω στα κεραμίδια και ξάπλωνα στη γωνία που σχηματίζανε. Μέτραγα ώρες και μέρες. Πότε θα αρχίσει πια; Και από μέσα να ακούγεται σιγανά «είναι ο αέρας που τα βράδια μου σφυράει».
Τώρα μπήκε ο Νοέμβρης σαν κάτι να αλλάζει. Τα βράδια έχουν τις μουσικές του Παπαμιχάλη στον Μελωδία. Ποτέ τηλεόραση, με κουράζει τόσο. Στρίβω τσιγάρα και με πιάνει εμμονή να μαζεύω τα τρίμματα σε ένα μικρό χαριτωμένο λόφο. Βάζω και μια ομπρελίτσα στην κορφή και καμώνομαι πως είμαι σε έναν ξερόβραχο στην Αμοργό και τα βλέπω όλα μπλε και καφέ. Τα γραψίματα έχουν μείνει πίσω, δεν έχω κουράγιο να σκαλίζω.
Την Κυριακή ξεσκόνισα και έβαλα σε ράφια όλα μου τα βιβλία. Δεν τα ταίριαξα, με ενοχλεί η ομοιογένεια στις βιβλιοθήκες. Θέλω ο Λειβαδίτης να ακουμπάει στον Εμπειρίκο και αυτός στον Stephen King. Η Γώγου δίπλα σε παιδικά παραμύθια κι αυτά στο πουθενά.
Επόμενος στόχος οι μουσικές. Ούτε κι εδώ ταίριασμα. Θα καθαρίσω κι όλα τα μπουκάλια, να στολίσω πόστερ και φωτογραφίες. Και μετά θα αλλάξω σεντόνια. Θα ξεκουραστώ.
Με την πλάτη στον τοίχο να παγώνει αλλά να μουδιάζει ευχάριστα μετά από λίγο. Ησυχία.
Μεσοδιάστημα.
Ατμοί στο μπάνιο και υγρασία.
Λιγότερες φωνές σε παρακαλώ.
Άμα θέλω φασαρίες θα τις κάνω μόνη μου.
Ορίστε. Έβαλα τις χειμωνιάτικες μπότες μου και περπατάω πέρα δώθε να κάνουν θόρυβο τα τακούνια. Δεν είμαι μόνη, η αράχνη μου χαιδεύει το μπράτσο. Θα την αφήσω να κοιμηθεί στην παλάμη μου. Γέρνω το κεφάλι και της μιλάω. Με κοιτάει με τα χάντρινα μάτια της. Είναι σοφή η αράχνη. Δεν μιλάει ποτέ. Κι έχω πάψει να φαντάζομαι τον ήχο της φωνής της. Με καθησυχάζει η αταραξία της.
Παλιά, έβλεπα ένα κορίτσι ντυμένο στα μαύρα να στηρίζει την πλάτη της στο χώρισμα του προτελευταίου βαγονιού του ηλεκτρικού. Μετά διάβασα την μια νύχτα με την Κόκκινη. Και ηρέμησα. Σειρές θηλυκών, γενιές ολόκληρες. Η αράχνη.

Advertisements