Το χαμένο του Σαββάτου. Που όλες γινόμαστε φανερά εν δυνάμει κορίτσια της συγγνώμης. Έτοιμη να λούσεις τα μαλλιά σου έτσι που αν κάποιος θέλει να τα μυρίσει να μείνει για πάντα εκεί. Να βάψεις τα μάτια σου. Να βάλεις στολή επίθεσης. Και να βγείς. Έτοιμη να αλλάξεις τη ζωή σου. Έτοιμη να πονέσεις. Έτοιμη να ενθουσιαστείς.
Περπατώντας στους δρόμους που σε λίγες ώρες θα σκοτεινιάζουν νωρίτερα. Περνάς δίπλα από μια πέτρινη μάντρα. Από μια λάμπα του δήμου. Από τούφες φουντωμένο γιασεμί. Τα τακούνια σου σπάνε την ησυχία, λιώνουν μικρά κομμάτια αέρα. Οι ψηλές σου κόκκινες δερμάτινες μπότες έτοιμες να αλώσουν. Κουνάς το κεφάλι σου να απαλλαγείς από τον ήχο της φωνής σου. «Αν ποτέ αποφασίσεις να γυρίσεις, μην πεις τίποτα μόνο φέρε μου γιασεμί». Τι γεύση έχει το γιασεμί όταν το ξερνάς γλυκιά μου; «Μόνο μη με ξαναπείς μωρό μου».
Τώρα θα σου σερβίρεις μαύρη μπύρα. Και θα κάνεις οτι δεν ακούς τον μυστήριο ήχο. Αυτόν που βγαίνει από το κουτί της. Αλλά δεν πειράζει, παίζεις το παιχνίδι που ξέρεις καλύτερα απ’ όλα. Να αγνοείς το ένστικτό σου. Που σου λέει οτι εκεί υπάρχει μια μαύρη αράχνη. Όχι δεν είναι αράχνη, ούτε σκορπιός έτοιμος να κάνει αυτό που μόνο αυτός μπορεί τόσο αριστοτεχνικά : να αυτοκτονήσει μεγαλειωδώς. Είναι μια πεταλούδα. Μια όμορφη μπλέ πεταλούδα που λίγο θέλει να απλώσει τα λεπτοφτιαγμένα φτερά της και να ελευθερωθεί στο χώρο. Να αιωρηθεί για λίγο. Να αγγίξει ελαφρά τα μαύρα μακριά μαλλιά που μυστηριωδώς έχει ο ίδιος θαμώνας της ίδιας ξύλινης μπάρας. Και μετά να χαθεί στην ίδια υπόγεια διάβαση του παλιού σταθμού.
Κρίνε με με τον μόνο τρόπο που μπορείς. Υποκειμενικά. Όσο μακραίνει η αναμονή, θα σε πείσω πως άξιζε. Και μετά πως θα είναι όλα ομαλά, χωρίς φουρκέτες και λακκούβες ύπουλα σκεπασμένες με βρώμικα νερά υπονόμου. Μόνο χορτάρι και τέλεια σχηματισμένες ευθείες.
Τώρα που τα λέμε όλα, ζήτα να σου φέρουν και δυο καθαρά ποτήρια. Το ένα θα το πιείς στην μνήμη, το άλλο στην υγειά. Ξέρεις, αργά θα ζητήσεις κάτι ηλεκτρικό, θα στροβιλιστείς στο ξύλινο πάτωμα, θα σε κοιτάνε μα δε θα σε νοιάζει. Παίζεις το καλύτερό σου παιχνίδι.
Γυρνάς λοιπόν. Γερνάς λοιπόν. Κι όταν θα ξεβάψεις τα μάτια σου- τα μόνα που βάφεις λες και θες να εξαφανίσεις, θα σε πονάνε. Μα δε θα κοιταχτείς στον καθρέφτη, είναι από αυτά που νόμιζες οτι έβλεπες. Οτι αναγνώριζες. Σχήματα κορμιά συμπλέγματα. Μίλα. Μοιράσου τα. Πώς αλλιώς θα τα εκμηδενίσεις;
Κι αν ριζώσεις τι; Το αλλά, η εναλλακτική, οι ρημάδες οι επιλογές σου.
Εντάξει βούλωσέ το τώρα και άλλαξε πλευρό. Η αράχνη ετοιμάζεται για βόλτα και στ’ αριστερά έχουνε γιορτή.

Advertisements