I wish I was special
But I ‘m a creep
I don’t belong here

Να πάρω να σ’ ακούσω λίγο;

Ooo that smell
Can you smell that smell

Μαζί σου έχω περάσει τις πιο απίστευτες νύχτες. Κάθε φορά που ερχόσουνα σπίτι να τα πούμε, αφού είχαν μεσολαβήσει βδομάδες από την προηγούμενη φορά σε περίμενα με ανυπομονησία. Ήξερα ότι θα έρθεις χωρίς καθυστέρηση. Θα είσαι όμορφη όπως πάντα και θα σε μυρίζω για ώρες αφού έχεις φύγει. Θα μου χαμογελάς και θα κρατάς μπύρες και μια κίτρινη τεκίλα σε σακούλα πλαστική. Θα τις σηκώνεις στον αέρα και θα γελάς «Aνεφοδιασμός φίλε!». Θα ορμάς στο δωμάτιο κατευθείαν στο πικαπ. Δε θα σε ρωτάω τι να βάλω αφού ξέρω ότι για αρχή θα ακούσουμε τον χιλιογρατζουνισμένο δίσκο του Alice Cooper. Θες το Poison να θυμηθούμε τα παλιά. Εντωμεταξύ σκαλίζεις τα ντουλάπια μου τραγουδώντας “one look could kill my pain your thrillllll”. Θα γελάω και θα έρχομαι να σε χορέψω στο διάδρομο. Θυμάμαι πολύ καλά ότι πάντα το ‘χες παράπονο που κανείς από τους άντρες σου δε σε χόρευε. Γελάς, ακόμα σ’ ακούω να γελάς, ακόμα σε σφίγγω στη μέση και σε σηκώνω στον αέρα. Ακόμα φέρνεις τις τεκίλες στα ποτηράκια και τις πίνουμε ενώ κοιταζόμαστε στα μάτια.

Tell me why you look so sad

Θυμάσαι τότε που ακούγαμε για ώρες το “Dark side of the moon”; Ξανά και ξανά και μετά κάναμε έρωτα στο τριμμένο χαλί που μου είχε στείλει η μάνα μου. Α ρε μάνα που να ΄ξερες τι γινόταν πάνω σ’ αυτό το χαλί που είχε φτιάξει η γιαγιά στον αργαλειό. Τουλάχιστον τρεις γυναίκες πήρα εκεί πάνω. Αν δεν υπήρχε αυτό το χαλί τίποτα δε θα γινόταν, γιατί ήταν από τις καταστάσεις που αν διακόψεις για να πας μέσα, πάει ξενέρωσες. Α ρε μάνα! Ξέφυγα όμως. Έλεγα για τότε που κάναμε έρωτα για τρίτη φορά στο τριμμένο χαλί ακούγοντας Floyd. Σε θυμάμαι που ήσουνα σκοτεινιασμένη μετά. Κάπνιζες νευρικά, καθισμένη με την πλάτη στον καναπέ. Δεν καταλάβαινα τι είχες πάθει ξαφνικά. Φοβόμουνα ότι το μετάνιωσες, ότι δε θα θες να με ξαναδείς. Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί σε ρώτησα από τι είναι αυτά τα σημάδια, ψηλά στο μπράτσο σου. Το βούλωσα μετά, έκανα να σε πάρω αγκαλιά, τραβήχτηκες και πήγες να κάνεις μπάνιο. Δε σε ξαναρώτησα ποτέ. Ακόμα και σήμερα δεν ξέρω τι ήταν αυτά τα σημάδια.

I ‘ve been mistreated
I ‘ ve been abused
Since my baby left me
I ‘ve been losing, losing
Baby I ‘ve been losing my mind

Έλεγα όμως για τότε που ερχόσουνα. Στρωνόμασταν στην αρχή στον καναπέ, μετά στο πάτωμα και βάζαμε δίσκους εναλλάξ. Λέγαμε όλα τα νέα μας, είχαμε τόσο καιρό εξάλλου να τα πούμε. Κάποτε σου είπα ότι αργήσαμε να γνωριστούμε και γέλασες. «Εγώ δε σε θυμάμαι καν στη σχολή μου είπες». Σου είπα ότι σε είχα δει από τις πρώτες μέρες. Σου είπα ότι σε πρόσεξα. Είδα μια κοπέλα με κοντό κόκκινο μαλλί και κοκάλινο σκελετό γυαλιών να στρίβει τσιγάρα Cooper στα πρώτα έδρανα. Όταν σου το ‘ πα γέλαγες και μου ΄λεγες ότι μόνο εσύ και κάτι αγρότες στην Ξάνθη καπνίζατε τέτοιο καπνό. Οι μπίρες αδειάζανε σιγά στην αρχή και μετά πιο γρήγορα. Η τεκίλα μέσιαζε και πια είχες γλαρώσει. Ήταν η ώρα που σε λάτρευα περισσότερο. Γιατί άνοιγες, χαλάρωνες και μου μιλούσες. Γέλαγες πιο σιγά και καμιά φορά με χάιδευες κιόλας. Σε σήκωνα να σε χορέψω και έλιωνες στα χέρια μου. Πόσο όμορφη ήσουνα μικρή. Ξέρεις δε σου ζήτησα ποτέ κάτι παραπάνω. Μα ούτε κι εσύ. Και η αλήθεια είναι ότι δε θα το άντεχα ούτε να μου πεις όχι ούτε όμως και να σ’ έχω ολόκληρα δική μου. Νομίζω ότι σε φοβόμουνα λίγο. Κι έτσι ήταν πιο εύκολα.

O ah hear her walkin
Walkin barefoot cross the floor-boards
All thru this lonesome night
And ah hear her crying too.

Θυμάμαι ξημερώματα να είμαστε τύφλα και να με τραβάς από το χέρι. «Έλα σήκω, πάμε». Πάντα σε ακολουθούσα. Κάτι παλαβό θα ήθελες να κάνουμε πάλι. Αλλά γούσταρα. Σαν τότε που πήγαμε με το μηχανάκι μέχρι το Αντίρριο να πιούμε κονιάκ στο καφενείο μες στο χειμώνα κι οι γέροι που παίζανε πρέφα μας κοιτάγανε κρυφά. Ή τότε που έβρεχε τρελά και βγήκαμε στο δρόμο. Σε λίγα λεπτά είχαμε γίνει μούσκεμα αλλά έλεγες ότι κάνει ζέστη κι έτσι βγάλαμε παπούτσια και πιαστήκαμε από το χέρι και περπατήσαμε ώρα. Όταν φτάσαμε κάτω από το φως μιας λάμπας, γύρισες και με κοίταξες με σουφρωμένα χείλη. «Φίλα με ρε», μου είπες. Λέγαμε κάποτε ότι θα μας τσακώσουν οι μπάτσοι τύφλα και θα τους το σκάσουμε με το δίχρονο, θα μπούμε στο καράβι και θα φύγουμε για Βενετία Άλλοτε απλά καθόμασταν στο μώλο μέχρι να ξημερώσει ή πηγαίναμε στο φάρο να πιούμε ούζα. Ποτέ μετά από αυτά τα βράδια δεν κοιμόμασταν μαζί.

She’s got a smile that it seems to me
Reminds me of childhood memories
Where everything
Was as fresh as the bright blue sky
Now and then when I see her face
She takes me away to that special place
And if I stared too long
I’d probably break down and cry

Θυμάσαι ρε τότε που σου μαγείρευα; Τότε που σου χάριζα το Jism των Tindersticks και σου έλεγα ότι είναι μόνο δικό μας; Πόσο ζήλεψα που ο επόμενος άντρας σου στο αφιέρωσε κι αυτός; Πόσο γελούσες που γυρνούσα τα χέρια μου στον ουρανό και φώναζα τα όνομά σου; Που στις καταλήψεις σου ‘φερνα μπίρα και τσιγάρα; Που όταν γνώρισες τον πατέρα μου σε λάτρεψε τόσο που σου δάνεισε την αλφα ρομέο του να πας βόλτα γιατί του είχες πει ότι «ήταν πισωκούνα και δεν είχες οδηγήσει ποτέ τέτοιο αμάξι;» Που η μάνα μου κατάλαβε ότι κοιμηθήκαμε μαζί και είχες ντραπεί τόσο; Που μετά σου ‘φτιαξε πιπερόπιτα με τσίπουρο; Σε γουστάραν πολύ οι γονείς μου ρε. Θυμάσαι ρε που σου έλεγα ότι κάποια μέρα θα σε πάρω να ζήσουμε στο χωριό; Θυμάσαι ρε ή τζάμπα τα λέω;

Now honey you got on little light
Now you keep it burning bright
If you keep it lit every night
Someday a good man come and make it alright

The tighter your grip around me
So easily broken
Running down your skin
And the pain runs into the blue
If there’s ever anyone else,
I’ll understand and kill them

Θυμάμαι φίλε.

Advertisements