Μουντά. Είναι έξω. Μέσα κάνει κρύο. Ένα καινούριο τραγουδάκι από τον Παπάζογλου. Κάτι για στιγμές και ροζ χρώματα της αυγής. Κι ένα παλιό από την Μάνου. Κάτι για ζευγάρια και τέντες και μπαλκόνια και απογεύματα. Οπότε κλείνει ο κύκλος. Κάπου μέσα του είχε και φρίκη, είχε και σπασμένα μπουκάλια. Και εικόνες από βράδια με ψύχρα που τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια της απέναντι έριχναν μια αναιμική αύρα και στο δικό μου μπαλκόνι. Και σ’ έπιανε μια μελαγχολία. Και εγώ έλεγα, δε θα τα καταφέρω ποτέ να σε παρηγορήσω. Και δεν τα κατάφερα τελικά. Τώρα μισή. Και ολόκληρα μοναχική. Σήμερα το βράδυ λέω να πάω σινεμά. Να δω ένα αστυνομικό, να πιω την πορτοκαλάδα μου χωρίς ανθρακικό- πάντα με πείραζες γι’ αυτό και στο διάλειμμα να μη βγω από την αίθουσα. Γιατί δεν το αντέχω αυτό. Οι άδειες αίθουσες του σινεμά μου φέρνουν μελαγχολία. Όπως και οι άδειες ταβέρνες σε επαρχιακούς δρόμους. Πάντα θέλω να μπω μέσα και να πιάσω κουβέντα με τον ιδιοκτήτη που κάθεται μόνος ή παρέα με το γκαρσόνι και πίνουν να περάσει η ώρα. Να τους πω κάτι, για τον καιρό, για τον Ολυμπιακό, δεν έχει σημασία οτιδήποτε. Να σπάσει η ησυχία της αίθουσας. Που τι περίεργο; Πάντα είναι ίδιες. Με ξύλινη επένδυση στους τοίχους και ένα τζάκι στο κέντρο. Και στην κουζίνα καπνίζει πικρά μια Σβετλάνα ή μια Χάιντι. Σβετλάνα σημαίνει νομίζω αυγή. Και να που θα ξανανοίξει ο κύκλος.Από την αυγή δεν ξεκίνησα;
Λέω να αλλάξω θέμα. Χτες είδα στον ύπνο μου ότι ..
Δεν ήσουνα εσύ, δεν ήταν κανείς. Σηκώθηκα με μάτια πρησμένα.
Κάτσε να στρίψω ένα τσιγάρο να σου πω και την συνέχεια.
Δεν έχει αξία όμως. Αυτές όλες οι λέξεις συγκεντρώθηκαν πάνω από το κεφάλι μου και καίγονται σιγά. Και κάθε φορά λέω ότι θα τις σβήσω βίαια και κάθε φορά επιμένουν. Αλλάζουν δέρμα, αλλάζουν μαλλιά και να τες πάλι εδώ. Πεθύμησα ένα λούνα παρκ μόνο με συγκρουόμενα. Και θάλασσα. Και κρύο καφέ σπαστό, να είναι χειμώνας και να κολλάει η υγρασία στα μαλλιά μου. Ή να είμαι πάλι δέκα χρονών και να νομίζω ότι πετάω, δεν έχει σημασία που είναι μόνο μέχρι το τέλος της σκάλας. Τον πατέρα μου να μου λέει το μόνο παραμύθι που ήξερε αυτό με την αρκούδα και πάντα να τον παίρνει ο ύπνος πριν το τελειώσει. Ποτέ δεν έμαθα τι γινόταν στο τέλος. Τον παππού μου να με πηγαίνει τη μόνη βόλτα που άντεχαν τα άρρωστα πόδια του. Μέχρι το ποτάμι, να μου δείχνει το βράχο ή του Κατή τον πεύκο από όπου έπεσε κάποια γιατί δεν ήθελε να παντρευτεί τον τσιφλικά. Ποτέ δεν έμαθα τι υπήρχε μετά το ποτάμι. Εσένα να μου κλαις ότι δε σε πήγα ποτέ στο χωριό να κουκουλωθούμε κάτω από τις βαριές κουβέρτες και να ακούμε στο σκοτάδι τα τρένα να περνάνε και να τρέμει το σπίτι ή τις νταλίκες να βουίζουν μακριά στην εθνική και να μου ζεσταίνεις τα πόδια με γκρίνια που είναι πάντα παγωμένα. Ποτέ δεν έμαθα γιατί μόνο όταν κοιμόμασταν μαζί πάγωναν τα πόδια μου.
Θα βρέξει. Να ντυθείς καλά ε;

Advertisements