Πώς αναπνέει μια νέα ακόμα γυναίκα που πέρασε την περισσότερη από την εφηβεία της και όλη την υπόλοιπη ζωή της φροντίζοντας μια μάνα ξαπλωμένη στο ίδιο κρεβάτι που τρίζει; Πώς κοιμάται τα βράδια; Πώς κατευνάζει βασικές ανάγκες;
Η απάντηση είναι ότι δεν το κάνει. Δηλαδή δεν το κάνει όπως ο υπόλοιπος κόσμος, οι νέες ακόμα γυναίκες που λογαριάζονται για όμορφες. Αναπνέει με δυσκολία τις περισσότερες φορές. Ένα βάρος κάθεται στον πνεύμονά της. Το ξεπερνάει με ασκήσεις χαλάρωσης. Στυλώνει το βλέμμα μακριά και αναπνέει παλεύοντας για κάποια λεπτά μέχρι να λυθεί. Παλιότερα τα λεπτά αυτά ήταν λίγα. Τώρα πια μπορεί να της πάρει και μια ώρα. Στην αρχή τρόμαζε. Με τα χρόνια την κατέλαβε μια παράξενη αδιαφορία. Ένας εσώτερος κυνισμός, μια πίκρα σε κόμπους. Κοιμάται σε δόσεις. Ένας γιατρός της το είπε “πρόωρη αφύπνιση”. Αυτή το λεει “κραυγή της γριάς”. Κι αυτό γιατί πάντα, πάντα όμως όποτε την παίρνει ο ύπνος, η γριά λες και το καταλαβαίνει και αρχίσει να φωνάζει. “Λίναααααααα”. Αυτό μόνο. Το όνομά της. Τα υπόλοιπα εννοούνταν. Από κοντά. Καθάρισμα, απολύμανση, καινούριες γάζες στα σημεία που η γριά είχε “ανοίξει” και τάισμα. Τις πιο πολλές φορές με το ζόρι. Δεν είχε δόντια πια και επέμενε να μη φοράει τη μασέλα της. Η Λίνα ήξερε ότι το έκανε για να την βασανίζει. Πλατάγιζε εκείνα τα μωβ χείλια εκνευριστικά και μουρμούραγε κατάρες. Αυτό όσες φορές είχε τα λογικά της. Τις υπόλοιπες καθόταν ήσυχη, ακίνητη. Μόνο που δάκρυζε όλη την ώρα. Κατά περίεργο τρόπο αυτό την τρόμαζε περισσότερο τη Λίνα. Τις κατάρες, τις φορές που σήκωνε ένα αδύναμο χέρι και την έσπρωχνε, όταν έφτυνε τις σούπες και τους χυμούς, ακόμα και το ανατριχιαστικό πλατάγισμα των μωβ χειλιών τα άντεχε. Τα δάκρυα δεν μπορούσε να τα ανεχτεί. Τη φοβίζανε, την αποσυντονίζανε. Τότε μόνο της φώναζε, τότε μόνο την άρπαξε μια φορά από το λαιμό να την πνίξει. Μα η γριά κάρφωσε ένα γαλάζιο μάτι πάνω της –γιατί το άλλο ήταν άσπρο από τον καταρράκτη- εκπληκτικά καθαρό και λαμπερό. Φοβήθηκε. Την άφησε. Μετά περάσαν τα χρόνια και μόνο ανατρίχιαζε στην συνεχή ροή των δακρύων της. Τις βασικές της ανάγκες, για βόλτα, για γέλιο, για σεξ έμαθε με τον καιρό να τις βολεύει αλλιώς. Το πώς δεν έχει σημασία. Για την ίδια.
Καμιά φορά, αργά τα βράδια που κοιτούσε την τηλεόραση για ώρες χωρίς να βλέπει πραγματικά, άκουγε πίσω από τους τοίχους θορύβους. Ξυσίματα, μικρά πατήματα και τσιριχτά. Η παλιά τους μονοκατοικία, αυτή που ο πατέρας της έγραψε στη γριά πριν πεθάνει ξαφνικά, είχε ποντίκια. Τότε, πριν πεθάνει ξαφνικά, τότε, που η γριά είχε δύο μάτια γαλάζια εκπληκτικά καθαρά και λαμπερά, τότε που η Λίνα ήταν μόνο 17 χρονών, η γριά έβαζε φάρμακα και παγίδες. Μα τα ποντίκια γύρισαν ξαφνικά όταν πέθανε ξαφνικά, όταν η γριά άρχισε να δακρύζει συνεχόμενα. Αυτή η εποχή ήταν λίγο θαμπή στο μυαλό της. Καλυμμένη με κίτρινα σεντόνια και κουρτίνες ξασπρισμένες. Δεν είχε σημασία να σηκώσει τις κουρτίνες ή τα σεντόνια. Για την ίδια.
Άκουγε τα σουρσίματα και τα τσιριχτά πίσω από τους τοίχους. Κάπνιζε το τσιγάρο της μέχρι το φίλτρο, μέχρι να της κάψει τα χείλια-περιέργως όλο της το κορμί παρέμενε όμορφο. Ζωντανό. Δεν στέγνωνε. Έσβηνε το τσιγάρο στο πεντακάθαρο τασάκι και σηκωνόταν αργά. Αλαφροπατούσε μέχρι εκείνο το σημείο στον τοίχο δίπλα στο τζάκι, που έβγαινε ένα ολόκληρο κομμάτι. Έχωνε το χέρι της μέσα και περίμενε, ακίνητη. Μπορεί να περνούσαν και ώρες. Μα στο τέλος κάποιο θα παγιδευόταν ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τότε το τραβούσε έξω αργά με το χέρι της σταθερά κλειστό και το παρακολουθούσε να πεθαίνει από ασφυξία. Έβλεπε τα μικρά γυαλιστερά μάτια του να γυρίζουν σαν τρελά, την ουρά του να κάνει κύκλους μέχρι να κρεμαστεί στον τελευταίο σπασμό του. Έβλεπε τα μουστάκια του να παίρνουν μια λάμψη από τις μικρές κόκκινες σταγόνες. Το άκουγε να τσιρίζει όσο το έσφιγγε. Τίποτα δεν άλλαζε την έκφρασή της. Υπομονετική. Αφού το ποντίκι δεν σάλευε πια την γκρίζα του γούνα, το πήγαινε μέχρι τον κήπο και το έθαβε δίπλα στην ζουμερή λεμονιά. Κι αυτή δεν ξεραινόταν. Οι χυμοί της ήταν τόσο ίδιοι με τους δικούς της. Μόνο που τα λεμόνια της ήταν πάντα πικρά.
Μετά γυρνούσε σπίτι, ξάπλωνε στον καναπέ και έχωνε τα δάχτυλα του χεριού της βαθιά μέσα της. Έτσι με τα αίματα του ποντικιού. Δεν έκλεινε ποτέ τα μάτια. Μπορεί η γριά να νόμιζε ότι κοιμόταν και να τη φώναζε. “Λίνααααα”. Και να της χαλούσε την ονείρωξη. Γιατί ονείρωξη ήταν. Δεν μπορούσε ποτέ να τελειώσει αν δεν έκλεινε τα μάτια. Περνούσε αρκετή ώρα να σκαλίζει μέσα της. Μόλις την έπιανε ζαλάδα, σηκωνόταν, πήγαινε στο δωμάτιο της γριάς, άνοιγε την ντουλάπα, έβρισκε το παλιό καπέλο του πατέρα της. Γυρνούσε προς τη γριά έβγαζε μια φωνή να την ξυπνήσει και ξεκινούσε να χαϊδεύει την κλειτορίδα της με το γείσο του καπέλου. Δεν της έπαιρνε πάνω από 2 λεπτά κάθε φορά. Η γριά πότε την έβλεπε, πότε όχι. Δεν είχε σημασία. Για την ίδια.
Πριν πεθάνει ξαφνικά, τότε που η γριά είχε δύο μάτια γαλάζια εκπληκτικά καθαρά και λαμπερά, τους άφησε τόσα λεφτά που να μη χρειάζεται να δουλέψει ποτέ καμία από τις δυο τους. Τότε εκείνη πήγαινε ακόμα σχολείο. Τότε την φλέρταρε ο καθηγητής των Αρχαίων, ένας άντρας ψηλός, λεπτός με έφεση στο συντακτικό και τα χάδια στο κεφάλι της. Μετά όλα αλλάξαν, σταμάτησε το σχολείο, εκείνος πέθανε κι η γριά άρχισε να δακρύζει συνεχόμενα. Σεντόνια όμως που δεν πρέπει να σηκωθούν.
Η Λίνα σηκωνόταν πρωί, μαγείρευε για τη γριά και για την ίδια, την τάιζε και την έπλενε, έκανε τις ασκήσεις για την ανάσα της και μετά έπαιρνε τα τσιγάρα της και στεκόταν στο παράθυρο. Πήγαιναν χρόνια που κανείς δεν είχε σπρώξει την πόρτα του κήπου. Δεν είχε σημασία γιατί. Για την ίδια.
Τα βράδια έβλεπε τηλεόραση. Και αραιά, συνήθως λίγο πριν της έρθει η περίοδος, ακολουθούσε το τελετουργικό με τα ποντίκια. Στην ζουμερή λεμονιά του κήπου είχαν αποσυντεθεί 204 ουρές. Τις θυμόταν.
Μερικές φορές τα σεντόνια κι οι κουρτίνες σηκωνόντουσαν λίγο. Όσο να προλάβει να δει τον καθηγητή των Αρχαίων, τον πατέρα της να την παίρνει αγκαλιά και τη γριά να γελάει. Πέφτανε όμως πάλι. Πριν προλάβει να ανοίξει η εποχή.
Εκείνο το βράδυ του Γενάρη καθόταν στον καναπέ και περίμενε. Κάθε Γενάρη τα ποντίκια λιγόστευαν και δυσκολευόταν να πιάσει κάποιο. Πόσο μισούσε τις γάτες. Την πονούσαν τα αυτιά της στα νιαουρίσματα του οίστρου τους που πλησίαζε.
Άκουσε ένα τρίξιμο αλλιώτικο. Η πόρτα του κήπου. Αυτή που χρόνια είχε να την σπρώξει κάποιος άλλος από τη Λίνα. Δεν είχε σημασία για ποιο λόγο. Για την ίδια.
Η γριά, λες και άκουσε κι αυτή άρχισε να στριφογυρίζει στο κρεβάτι της. ΄Ήταν θέμα χρόνου να αρχίσει να φωνάζει.
Η Λίνα σηκώθηκε και παραμέρισε την κουρτίνα. Είδε ένα άντρα ψηλό, λεπτό, σαν τον καθηγητή, σαν τον πατέρα της. Φορούσε μάλιστα και καπέλο. Η ανάσα της βάρυνε απότομα. Έφερε το χέρι στο λαιμό της κι άρχισε να τον τρίβει με μανία. Άκουσε ένα θρόισμα πίσω της και στράφηκε απότομα. Ήταν εκεί, μπροστά της. Πώς μπήκε μέσα; Τώρα τον έβλεπε στον κήπο! Γύρισε στο παράθυρο και τον είδε έξω να χαϊδεύει την ζουμερή λεμονιά. Γύρισε προς το σαλόνι και τον είδε να της χαμογελάει με ένα γυαλιστερό μουστάκι. Σαν του ποντικιού, σαν του καθηγητή, σαν του πατέρα της.
Το χέρι της άνοιξε κι άρχισε να χαράζει νυχιές στο λαιμό. Η γριά φώναζε “Λίνααααα” κι αυτό-αυτός στεκόταν και χαμογελούσε με γυαλιστερό μουστάκι.
“Να συστηθώ αγαπητή μου. Αργύρης”
“Λίνααααααα”
Άνοιξε το στόμα της να μιλήσει μα έβγαλε ένα τσιριχτό ήχο. Και τότε τη έπιασε. Από τα πλευρά. Και ξεκίνησε να τη σφίγγει. Ο πόνος την ξάφνιασε το ίδιο και ο ήχος από τα πλευρά της που ζορίστηκαν.
“Λίνααααααα”, η γριά προσπαθούσε μάλλον να σηκωθεί, όσο αδύνατο και αν φαινόταν αυτό.
Κρρααακκ τρία πλευρά έσπασαν ταυτόχρονα. Μια μικρή κόκκινη φυσαλίδα έσπασε στην άκρη των χειλιών της, που δεν στέγνωσαν ποτέ.
Τα χείλια της εκείνα που ήταν ζουμερά, που ο μπαμπάς λάτρευε να φιλάει, που εκείνη τρελαινόταν να πασαλείβει με τους χυμούς του μπαμπά, που ο καθηγητής δεν πρόλαβε να χαϊδέψει γιατί η γριά τσάκωσε δίπλα στο τζάκι μπροστά στο άνοιγμα που περίμενε 17 χρόνια μετά η Λίνα τα ποντίκια, τον μπαμπά και τη Λίνα, εκείνον όρθιο και τη Λίνα γονατιστή με τα ζουμερά χείλια της λερωμένα και της σάλεψε, κάρφωσε τον μπαμπά πρώτα με τα γαλάζια εκπληκτικά καθαρά και λαμπερά μάτια της και μετά με το ψαλίδι της ραπτικής. Της σάλεψε είπαν αλλά καμιά φυλακή δεν τη βάλανε γιατί. Δεν είχε σημασία. Για την ίδια.
Τώρα πονούσε , πονούσε κι εκείνου γυάλιζε το μουστάκι του κι η γριά σερνόταν στο πάτωμα , την άκουγε ενώ ασφυκτιούσε να πάρει ανάσα και ο πνεύμονάς της τρυπούσε και ένα κομμάτι πλευρό χωνόταν στην καρδιά της.
“Λίνααααα”
Τα πόδια της σταμάτησαν να κουνιούνται. Η μία παντόφλα έπεσε στο πάτωμα. Αν είχε ουρά τώρα ήταν η ώρα να τεντωθεί άψυχη.

Τη βρήκαν κάποιοι γείτονες μέρες μετά. Ο μπακάλης ανέφερε ότι δεν την είχε δει για καιρό. Η γριά ζούσε ακόμη.

Advertisements